M S Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω 

M

Mescal buttons
Πρόκειται για αποξηραμένες φέτες του βλαστού του κάκτου peyote Lophophora williamsii (Lemaire ex Salm-Duck) J. Coulter (Cactaceae), ο οποίος αναπτύσσεται στις Νότιες Ηνωμένες Πολιτείες και στις Βόρειες περιοχές του Μεξικού. Το φυτό είναι μικρός κάκτος, αποτελούμενο κυρίως από βλαστό, ύψους 2-7 cm και διαμέτρου 4-12 cm. Το κέντρο του είναι κοίλο.

S

S-Αδενοσυλομεθειονίνη (SAMe)

Η S-αδενοσυλομεθειονίνη (SAMe) είναι ένας ενδιάμεσος μεταβολίτης του απαραίτητου αμινοξέος μεθειονίνη.  Η SAMe λειτουργεί ως δότης μεθυλίου σε πολλές βιολογικές αντιδράσεις και είναι πρόδρομος των πολυαμινών.  Η ανάμιξή της στην διαδικασία της μεθυλίωσης βοηθά το σώμα να αναπτυχθεί και να επιδιορθώσει τα κύτταρα, βοηθά στην διατήρηση των φωσφολιπιδίων στις κυτταρικές μεμβράνες και βοηθά στην διατήρηση της δράσης αρκετών ορμονών και νευροδιαβιβαστών που επηρεάζουν την ψυχική διάθεση, συμπεριλαμβανομένων της ντοπαμίνης, της σεροτονίνης, και της μελατονίνης.  Η SAMe βρίσκεται σε όλα τα ζώντα κύτταρα, με την μεγαλύτερη συγκέντρωσή της να βρίσκεται στον εγκέφαλο και στο ήπαρ.  Το SAMe είναι ένα χρήσιμο φυσικό αντικαταθλιπτικό, καταπολεμά την αρθρίτιδα και είναι εξαιρετικό στην μείωση των επιπέδων ομοκυστεϊνης.

Α

Αγάθοσμος [Barosma Betulina]

Ο αγάθοσμος είναι φυτό γηγενές της Νότιας Αφρικής.  Τα φύλλα του είναι πλούσια σε αιθέρια έλαια και έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά ως ένα βότανο για την θεραπεία ασθενειών του γαστρεντερικού και ουρολογικού σωλήνα.

Αγγειοσυσπαστικό

Μία ουσία που προκαλεί σύσπαση των τριχοειδών αγγείων.

Αγκαθωτός (βλαστός)

Aυτός που έχει αγκάθια.

Αγκινάρα [Cynara Scolymus]

Η αγκινάρα είναι δημοφιλής για την ευχάριστη πικρή γεύση της, η οποία κυρίως αποδίδεται σε ένα φυτοχημικό, την κυναρίνη, που βρίσκεται στα πράσινα μέρη του φυτού.  Η κυναρίνη θεωρείται ένα από τα κύρια βιολογικά ενεργά χημικά της αγκινάρας.  Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις της βρίσκονται στα φύλλα του φυτού, πράγμα που αιτιολογεί το γιατί τα εκχυλίσματα των φύλλων της συνήθως χρησιμοποιούνται στην βοτανολογία.  Άλλα καταγεγραμμένα “ενεργά” φυτοχημικά συμπεριλαμβάνουν φλαβονοειδή, λακτόνες, και πολυφαινόλες.

Αγματίνη

Η αγματίνη είναι προϊόν αποκαρβοξυλίωσης του αμινοξέος αργινίνη και ενδιάμεσο στην βιοσύνθεση πολυαμινών.  Η θεραπεία με αγματίνη ασκεί νευροπροστατευτικές επιδράσεις.

Αγρανάπαυση

Aγρός που προσωρινά αφήνεται ακαλλιέργητος.

Αγριοκέρασο Βραζιλίας

Η αγριοκερασιά Βραζιλίας είναι τύπος αγριοκερασιάς.  Τα φρούτα της είναι μία από τις πλουσιώτερες φυσικές πηγές της βιταμίνης C. 

Το φυτοχημικό που περιέχεται στον καρπό της αγριοκερασιάς είναι η βήτα-καροτίνη και οι διατροφικές ουσίες είναι το ασβέστιο, ο σίδηρος, το μαγνήσιο, ο φώσφορος, το κάλιο, οι βιταμίνη Α, βιταμίνη Β1, βιταμίνη Β2, βιταμίνη Β3, βιταμίνη Β5, βιταμίνη Β6, και βιταμίνη C.

Αειθαλές (φυτό)
Αυτό που διατηρεί τα φύλλα του τον χειμώνα, όπως η ελιά.
Αιματοεγκεφαλικός Φραγμός

Ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός είναι μια κατασκευή μεμβράνης που δρα κυρίως για να προστατεύσει τον εγκέφαλο από τα χημικά του αίματος ενώ επιτρέπει την απαραίτητη μεταβολική λειτουργία.

Αιμολυτικό

Μία ουσία που καταστρέφει τα ερυθρά αιμοσφαίρια.

Αιμοστατικό

Μία ουσία που αυξάνει την ικανότητα πήξης του αίματος.

Ακακία, Κομμεορητίνη

Η κομμεορρητίνη ακακία προέρχεται από το κομμεόδενδρο ακακία της Αφρικής.

Έρευνες καταλήγουν ότι η κομμεορρητίνη Acacia είναι ένα πριβιωτικό που δραστηριοποιεί την ανάπτυξη των φιλικών βακτηρίων του παχέως εντέρου.  Η κομμεορρητίνη είναι εξαιρετικά ανεκτή διατροφική ίνα με δυνατότητα καλλιέργειας προβιωτικών που είναι ευεργετικά για την υγεία των εντέρων.

Ακόρεστα Λιπαρά Οξέα

Ακόρεστα λιπαρά οξέα είναι τα λιπαρά οξέα που στερούνται ατόμων υδρογόνου και που έχουν τουλάχιστον έναν διπλό δεσμό μεταξύ των ατόμων άνθρακα.  Τα ακόρεστα λιπαρά οξέα συμπεριλαμβάνουν τα μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα.  Ένα ακόρεστο λίπος αποτελείται από τριγλυκερίδια στα οποία τα περισσότερα λιπαρά οξέα είναι ακόρεστα.

Αλαλίνη

Η αλανίνη είναι ένα μη-απαραίτητο αμινοξύ που λειτουργεί ως ανασταλτικός νευροδιαβιβαστής στον εγκέφαλο.  Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις αλανίνης βρίσκονται στους μυς.  Κατά την διάρκεια υπογλυκαιμίας, η αλανίνη μπορεί να παρέχει εναλλακτική πηγή γλυκόζης.

Κρέας, θαλασσινά, γαλακτοκομικά, αυγά, ψάρια, φασόλια, ξηροί καρποί, όσπρια, και ολόκληροι κόκκοι είναι πηγές αλανίνης.

Αλισίνη

Η αλισίνη είναι ισχυρή και αντιβακτηριδιακή ένωση που λαμβάνεται από το σκόρδο.  Επίσης, η αλισίνη είναι το χημικό συστατικό που είναι πρωτίστως υπεύθυνο για την χαρακτηριστική γεύση του σκόρδου.

Αλκαλοειδή

Ένα αλκαλοειδές είναι μία φυσιολογική αμίνη που παράγεται από φυτά.  Είναι αζωτούχα οργανικά μόρια που έχουν φαρμακευτική δράση στους ανθρώπους.  Τα αλκαλοειδή είναι συνήθως παράγωγα αμινοξέων, και πολλά έχουν πικρή γεύση.

Αλλοπαθητική

Η θεραπευτική αντιμετώπιση όπως είναι παραδεκτή από τη σύγχρονη ιατρική επιστήμη.

Αλόη [Aloe Barbadensis]

Η διάφανη γέλη από τον πολτό των μεστών φύλλων της αλόης έχει χρησιμοποιηθεί τοπικά για χιλιάδες χρόνια για την θεραπεία πληγών, δερματικές μολύνσεις, εγκαύματα και διαφόρων άλλων δερματικών παθήσεων.  Αποξηραμένη κόμη από το εσωτερικό περίβλημα των φύλλων της παραδοσιακά έχει χρησιμοποιηθεί ως καθαρτικό.  Η αλόη περιέχει πολλά φυτοχημικά και διατροφικά στοιχεία.

Άλφα Λιποϊκό Οξύ

Το άλφα λιποϊκό οξύ κάλλιστα μπορεί να ταξινομηθεί μαζί με τις βιταμίνη C και την βιταμίνη Ε ως πρώτης γραμμής άμυνα έναντι των ελευθέρων ριζών.  Δρα ως συνένζυμο στον κύκλο του Krebs και στην παραγωγή της κυτταρικής ενέργειας.

Αρκετές ιδιότητες ξεχωρίζουν το άλφα λιποϊκό οξύ από τα άλλα αντιοξειδωτικά.  Έχει χαρακτηριστεί ως το “καθολικό”, “ιδανικό” και “μεταβολικό” αντιοξειδωτικό.  Εξουδετερώνει τις ελεύθερες ρίζες στα λιπαρά αλλά και στα υδαρή μέρη του κυττάρου, σε αντίθεση με την βιταμίνη C (η οποία είναι υδροδιαλυτή) και της βιταμίνης Ε (η οποία είναι λιποδιαλυτή). 

Το άλφα λιποϊκό οξύ είναι κύριο συστατικό της αφυδρογενάσης, ένα ένζυμο που μπορεί να βοηθήσει στην επιβράδυνση της φυσικής γηραντικής διαδικασίας.  Το σώμα συνήθως μετατρέπει μία ποσότητα άλφα λιποϊκού οξέος σε διϋδρολιποϊκό οξύ, που φαίνεται να έχει ακόμα πιο ισχυρή αντιοξειδωτική δράση.  Και οι δύο αυτές μορφές λιποϊκού οξέος εξουδετερώνουν μία ιδιαιτέρως επικίνδυνη ομάδα ριζών που αποτελούνται από οξυγόνο και άζωτο, οι οποίες παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της αθηροσκλήρωσης, ασθένεια των πνευμόνων, χρόνια φλεγμονή και νευρολογικές διαταραχές.

Το άλφα λιποϊκό οξύ επίσης έχει σημαντικό ρόλο στην συνέργεια των αντιοξειδωτικών.  Άμεσα ανακυκλώνει και παρατείνει την μεταβολική διάρκεια ζωής της βιταμίνης C, της γλουταθειόνης, και του συνενζύμου Q10 , και έμμεσα ανανεώνει την βιταμίνη Ε.

Το άλφα λιποϊκό οξύ χρησιμοποιείται για την θεραπεία της περιφερειακής νευροπάθειας, μία συνήθης επιπλοκή του διαβήτη.  Επιταχύνει την αφαίρεση της γλυκόζης από την κυκλοφορία του αίματος, εν μέρει ενισχύοντας την λειτουργία της ινσουλίνης, και μειώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη, μία υποκείμενη αιτία για πολλές περιπτώσεις στεφανιαίας νόσου και παχυσαρκίας.  Επίσης, το άλφα λιποϊκό οξύ ενισχύει την απορρόφηση των συστατικών της διατροφής, της μετατροπής τους στα κύτταρα και στους ιστούς σε χρησιμοποιούμενη μορφή, συνεργάζεται με τα υπόλοιπα αντιοξειδωτικά στα λιπώδη και υδαρή μέρη της μεμβράνης του κυττάρου.  Το άλφα λιποϊκό οξύ επίσης είναι ένας άριστος αποτοξινωτής μετάλλων, ιδιαιτέρως για τον υδράργυρο και το κάδμιο, με τα οποία συνδέεται και τα εξουδετερώνει για αποβολή.

Έρευνες επίσης έχουν δείξει ότι το άλφα λιποϊκό οξύ μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους με γενετικές ατέλειες που οδηγούν σε μυοπάθειες, μειώνουν την ισχαιμία/ατυχήματα αναδιαπότισης στην καρδιά και στον εγκέφαλο, και αναστέλλουν την ενεργοποίηση του “πυρηνικού παράγοντα κάππα-β”, ένα σύμπλεγμα πρωτεϊνών που εμπλέκεται στον καρκίνο και στην εξέλιξη του AIDS.

Μία μορφή του άλφα λιποϊκού οξέος είναι το R-άλφα λιποϊκό οξύ, η οποία είναι δύο φορές πιο δραστική από το άλφα λιποϊκό οξύ.

Άλφα-Κετογλουταρικό Οξύ

Το άλφα-κετογλουταρικό οξύ είναι ένα από τα δύο κετονικά παράγωγα του πεντανοδιοϊκού οξέος.  Το άλφα-κετογλουταρικό (άλας του άλφα-κετογλουταρικού οξέος) είναι μία σημαντική βιολογική ένωση και είναι ενδιάμεσο του κύκλου του Krebs.  Λειτουργεί στην αποτοξίνωση την αμμωνίας μειώνοντας τα επίπεδα αμμωνίας στους μυς, στα νεφρά, και στον εγκέφαλο.  Το άλφα κετογλουταρικό βοηθά να μειωθεί η απώλεια της σωματικής μυϊκής μάζας και δρα στον εγκέφαλο ως πρόδρομος του GABA και του γλουταμικού οξέος.  Εμπλέκεται επίσης στην παραγωγή ενέργειας στο σώμα.

Αμαμηλίς [Hamamelis Virginiana]

Ο φλοιός, τα φύλλα, και οι κλαδίσκοι της αμαμηλίδας έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε ταννίνες, που προσδίδουν στο φυτό στυπτικές, τονωτικές, και καταπραϋντικές ιδιότητες.  Η αμαμηλίς είναι πολύτιμη στον έλεγχο της εσωτερικής και εξωτερικής αιμορραγίας, ιδιαίτερα αποτελεσματική στην θεραπεία των αιμορροΐδων, χρήσιμη για κακώσεις και φλεγμονώδη οιδήματα καθώς και για την διάρροια, δυσεντερία και βλεννώδεις εκκρίσεις.

Αμβλύ (φύλλο)
Αυτό που είναι ακανόνιστα στρογγυλεμένο.
Αμινοξύ

Τα αμινοξέα είναι οι δομικοί λίθοι των πρωτεϊνών.  Είκοσι αμινοξέα χρησιμοποιούνται από τα κύτταρα στην βιοσύνθεση πρωτεϊνών, και αυτά καθορίζονται από τον γενικό γενετικό κώδικα.  Αυτά τα είκοσι αμινοξέα βιοσυντίθενται από άλλα μόρια, αλλά οι οργανισμοί διαφέρουν στο ποια μπορούν να συνθέσουν και ποια πρέπει να παρέχει η διατροφή.  Αυτά που δεν μπορούν να συντεθούν από έναν οργανισμό ονομάζονται απαραίτητα αμινοξέα.

Άμισχο (φύλλο)

Αυτό που δεν έχει μίσχο ή άνθος που δεν έχει ποδίσκο.

Αμυλάση

Η αμυλάση είναι ένα ένζυμο που καταλύει το άμυλο σε μόρια γλυκόζης.

Αναλγητικό

Μία ουσία που καταπραΰνει τον πόνο.

Ανθελμινθικό

Μία ουσία που σκοτώνει τα σκουλήκια που παρασιτούν στο πεπτικό σύστημα.

Ανθήρας

Επάκρια διόγκωση του στήμονα που περιέχει τους κόκκους της γύρης.

Ανθοκυανιδίνες

Ανθοκυανιδίνες είναι οι κοκκινωπές φλαβονοειδείς χρωστικές που είναι ευρέως διαδεδομένες στα φρούτα και στα λαχανικά.  Οι ανθοκυανιδίνες δρουν ως αντιοξειδωτικά και δείχνουν αντικαρκινική δραστηριότητα.

Οι ανθοκυανιδίνες βρίσκονται στα μπλε/μωβ και κόκκινα φρούτα και λαχανικά όπως: μούρα, μαύρα μούρα, δαμάσκηνα, φραγκοστάφυλα, βατόμουρα, κόκκινα κρεμμύδια, κόκκινες πατάτες, κόκκινα ραπάνια, και φράουλες.

Ανθοκυανίνες

Οι ανθοκυανίνες είναι υδροδιαλυτές φλαβονοειδείς χρωστικές ουσίες που κυμαίνονται από κόκκινο σε μπλε, ανάλογα με το pH.  Οι χρωστικές αυτές ουσίες προσδίνουν το χαρακτηριστικό χρώμα σε πολλά είδη λαχανικών, όπως στα φραγκοστάφυλα, στον καρπό του σαμπούκου, στα μούρα, στα βατόμουρα, στην μελιτζάνα, στα κόκκινα κρεμμύδια, στο κόκκινο λάχανο.  Πάνω από 300 ανθοκυανίνες με διαφορετική δομή έχουν αναγνωριστεί στην φύση.  Οι ανθοκυανίνες ενώνονται με μόρια σακχάρων για να σχηματίσουν τις ανθοκυανιδίνες.

Ανθοκυανοσίδια

Τα ανθοκυανοσίδια είναι μίγμα φυσικών γλυκοσιδίων της κυανιδίνης, δελφινιδίνης και μαλβιδίνης και βρίσκονται στο κυρίως στο μύρτιλλο και στα κόκκινα/μαύρα σταφύλια.  Τα ανθοκυανοσίδια δρουν ως αντιοξειδωτικά και έχουν δείξει ότι είναι ευεργετικά στην όραση.  Επίσης, ενισχύουν τους φυσικούς σταυροσυνδέσμους των συνδετικών ιστών και βοηθούν στην αποτροπή ρήξεως των αιμοφόρων αγγείων.

Ανθοφόρος άξονας

Ο βλαστός του φυτού που φέρει τα άνθη.

Αντιβηχικό

Μία ουσία που καταπραΰνει τον βήχα.

Αντιδιαρροϊκό

Μία ουσία που καταπολεμά και σταματά τη διάρροια.

Αντίδοτο

Μία ουσία που αδρανοποιεί κάποιο δηλητήριο.

Αντίθετα (φύλλα)

Αυτά που αναπτύσσονται στα εκ διαμέτρου αντίθετα σημεία ενός άξονα.

Αντιοξειδωτικά

Τα αντιοξειδωτικά βρίσκονται φυσιολογικά στα φρούτα και στα λαχανικά.  Μπορούν να προστατεύσουν τα κύτταρα από ζημιές που δημιουργούνται από τα υποπροϊόντα του μεταβολισμού – τις ελεύθερες ρίζες – και από τοξικές ουσίες στο περιβάλλον και στις τροφές.  Με την πάροδο του χρόνου, οι ελεύθερες ρίζες μπορούν να προκαλέσουν σημαντική ζημιά στα κύτταρα και να οδηγήσουν σε αριθμό ασθενειών που συσχετίζονται με την γήρανση.  Τα αντιοξειδωτικά είναι σύνθετες ουσίες που προστατεύουν τα κύτταρα από τις επιβλαβείς επιδράσεις των ελεύθερων ριζών.  Η ανισομέρεια μεταξύ αντιοξειδωτικών και ελεύθερων ριζών έχει ως συνέπεια το οξειδωτικό στρες, το οποίο οδηγεί σε κυτταρική ζημιά.  Το οξειδωτικό στρες έχει συσχετιστεί με τον καρκίνο, την γήρανση, την αθηροσκλήρωση, ισχαιμικούς τραυματισμούς και νευροεκφυλιστικές ασθένειες.

Αντιόξινα

Τα αντιόξινα είναι οποιεσδήποτε ουσίες που εξουδετερώνουν την οξύτητα του στομάχου.  Τα αντιόξινα εκτελούν μία αντίδραση εξουδετέρωσης, δηλαδή ρυθμίζουν το γαστρικό οξύ αυξάνοντας το pH, μειώνοντας με αυτόν τον τρόπο την οξύτητα στο στομάχι.

Αντιπυρετικό

Μία ουσία που ρίχνει τον πυρετό.

Αντιφυσητικό

Μία ουσία που προλαμβάνει και ανακουφίζει από τον τυμπανισμό της κοιλιάς.

Απαραίτητα Διατροφικά Στοιχεία

Απαραίτητα διατροφικά στοιχεία είναι τα διατροφικά στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται από την διατροφή διότι το σώμα δεν μπορεί να τα κατασκευάσει μόνο του σε επαρκείς ποσότητες ώστε να ανταποκριθεί στις φυσιολογικές ανάγκες του.

Απιγενίνη

Η απιγενίνη είναι ένα φλαβονοειδές με ισχυρή χημειοπροστατευτική δράση.  Οι κύριες διατροφικές πηγές συμπεριλαμβάνουν το σέλινο, το μαρούλι, και τον μαϊντανό .

Απολυμαντικό

Μία ουσία με μικροβιοστατικές και μικροβιοκτόνες ιδιότητες.

Αποχρεμπτικό

Μία ουσία που διευκολύνει την αποβολή των βρογχικών εκκρίσεων.

Αραχιδονικό Οξύ

Το αραχιδονικό οξύ είναι ένα ωμέγα-6 λιπαρό οξύ 20 ατόμων άνθρακα.  Το αραχιδονικό οξύ ελέγχει της λειτουργίες του σώματος που σχετίζονται με την φλεγμονή και το κεντρικό νευρικό σύστημα.  Το περισσότερο αραχιδονικό οξύ στο ανθρώπινο σώμα προέρχεται από διατροφικό λινολεϊκό οξύ, το οποίο προέρχεται από σπορέλαια και ζωικά λίπη.

Στην αλληλουχία του αραχιδονικού οξέος, το διατροφικό λινολεϊκό οξύ επιμηκύνεται και υφίσταται αποκορεσμό για να σχηματίσει αραχιδονικό οξύ, και εστεροποιείται στα φωσφολιπίδια των κυτταρικών μεμβρανών.  Αντιδρώντας σε φλεγμονώδη ερεθίσματα, παράγεται ένα ένζυμο, η φωσφολιπάση, που διασπά αυτά τα φωσφολιπίδια, ελευθερώνοντας αραχιδονικό οξύ ως ελεύθερο λιπαρό οξύ.  Τότε το αραχιδονικό οξύ μπορεί να οξυγονωθεί και να μετατραπεί περαιτέρω σε εικοσανοειδή.  Εναλλακτικά, το αραχιδονικό οξύ μπορεί να εισχωρήσει στον πυρήνα του κυττάρου και να αλληλεπιδράσει με μεταγραφικούςμεταγραφή του  DNA για τις κυτταροκίνες ή άλλες ορμόνες. παράγοντες ώστε να ελέγξει την

Στην διαδικασία της φλεγμονής, άλλες δύο ομάδες διατροφικών απαραίτητων λιπαρών οξέων σχηματίζουν αλληλουχίες που παραλληλίζουν και ανταγωνίζονται με την αλληλουχία του αραχιδονικού οξέος.  Το εικοσαπενταενοϊκό οξύ (EPA) παρέχει την πιο σημαντική ανταγωνιστική αλληλουχία.  Το δίχομο-γάμμα λινολενικό οξύ, το οποίο παράγεται από το γάμμα λινολενικό οξύ , παρέχει μία εναλλακτική, λιγότερο προεξέχουσα, αλληλουχία.  Αυτές οι παράλληλες αλληλουχίες αμβλύνουν τις φλεγμονώδεις επιδράσεις του αραχιδονικού οξέως και των προϊόντων της.

Αργινίνη

Η αργινίνη είναι ένα ημι-απαραίτητο αμινοξύ, διότι παρόλο που συντίθεται φυσιολογικά σε επαρκείς ποσότητες από το σώμα, η χορήγησή της είναι επιβεβλημένη κάποιες φορές (για παράδειγμα, λόγω σύμφυτων διαταραχών στην σύνθεση της ουρίας, υποσιτισμού πρωτεΐνης, υπερβολικής παραγωγής αμμωνίας, υπερβολικής λήψης λυσίνης, εγκαυμάτων, μολύνσεων, περιτοναϊκής διαπίδυσης, ταχείας ανάπτυξης, ή σήψης.  Τα βρέφη δεν έχουν την δυνατότητα να συνθέσουν την αργινίνη και ως εκ τούτου είναι διατροφικά απαραίτητο για τα βρέφη.  Οι ενήλικες, ωστόσο, μπορούν να συνθέσουν την αργινίνη στον κύκλο της ουρίας.

Αρκτοστάφυλος [Arctostaphylus Uva-Ursi]

Η αρκτοστάφυλος είναι ένα χαμηλό αειθαλές φυτό.  Τα φύλλα του χρησιμοποιούνται στην βοτανολογία.

Η αρκτοστάφυλος χρησιμοποιείται για την ενδυνάμωση του καρδιακού μυ και της ουροποιητικής οδού, επαναφέρει την μήτρα στο φυσιολογικό της μέγεθος μετά την γέννα, και αποτρέπει τις μολύνσεις του ουροποιητικού.  Έχει ισχυρή βακτρηριδιοστατική δράση έναντι των σταφυλόκοκκων και του Escherichia coli.  Τα φύλλα έχουν ισχυρές στυπτικές ιδιότητες.

Αρπαγόφυτο [Harpagophytum Procumbens]

Το αρπαγόφυτο είναι ένα φυτό της οικογενείας του σησαμιού, γηγενές της Νοτίου Αφρικής.  Τα δύο δραστικά συστατικά του φυτού (αρπαγοσίδη και βήτα-σιτοστερόλη) θεωρούνται ωφέλιμα στην θεραπεία παθήσεων του ήπατος, της χοληδόχου και της ουροδόχου κύστης, αρθρίτιδας και ρευματισμών.  Βοηθά στην εξάλειψη προβλημάτων και στην βελτίωση των αρθρώσεων, καθώς και στην διέγερση της όρεξης και συνδράμει την πέψη.  Το αρπαγόφυτο συνίσταται για την θεραπεία του διαβήτη, την σκλήρυνση  των αρτηριών, την οσφυαλγία, γαστρεντερικές διαταραχές, εμμηνορροϊκές δυσκολίες, νευραλγία, πονοκέφαλο, στομαχική καούρα και ουρική αρθρίτιδα.  Μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξωτερικά για την θεραπεία των ερεθισμών, ελκών, καλόγηρων και δερματικών αλλοιώσεων.

Ασβέστιο

Το ασβέστιο είναι το πιο άφθονο μέταλλο στο σώμα.  Παράλληλα με την κύρια λειτουργία του στο χτίσιμο και την συντήρηση των οστών και των δοντιών, το ασβέστιο είναι σημαντικό στις περισσότερες δραστηριότητες των σωματικών ενζύμων.  Η σύσπαση των μυών, η απελευθέρωση των νευροδιαβιβαστών, η ρύθμιση του καρδιακού παλμού, και η πήξη του αίματος εξαρτώνται από το ασβέστιο.

Ασβέστιο, Άλας Ασβεστίου του D-Κλουκαρικού Οξέος

Το άλας ασβεστίου του d-κλουκαρικού οξέος είναι ένα φυσικό στοιχείο στον ανθρώπινο οργανισμό (d-κλουκαρικό οξύ δεσμευμένο με ασβέστιο).  Επίσης, βρίσκεται στα φυτά.

Το άλας ασβεστίου του d-κλουκαρικού οξέος είναι ένας σημαντικός αποτοξινωτικός παράγοντας.  Ενισχύει τις φυσικές άμυνες του σώματος έναντι στις περιβαλλοντολογικές τοξίνες και στις περίσσιες στεροειδείς ορμόνες.

Ασπαραγίνη

Η ασπαραγίνη είναι ένα μη-απαραίτητο αμινοξύ που βρίσκεται κυρίως στις ζωικές πρωτεΐνες.  Εάν είναι ανεπαρκής η διατροφική λήψη, το σώμα κατασκευάζει την ασπαραγίνη από ασπαρτικό οξύ και ATP (τριφωσφορική αδενοσίνη).  Η ασπαραγίνη διαδραματίζει ρόλο στο κεντρικό νευρικό σύστημα για την σωστή λειτουργία και βιοχημική ισορροπία στον εγκέφαλο.  Επίσης δρα στον κύκλο της ουρίας και στην παραγωγή πεπτιδικών ορμονών.

Ασπαρτικό Οξύ

Το ασπαρτικό οξύ είναι ένα μη-απαραίτητο αμινοξύ και μείζων διεγερτικός νευροδιαβιβαστής.  Στο σώμα, το ασπαρτικό οξύ δημιουργείται από το γλουταμικό οξύ με την παρουσία της βιταμίνης Β6.  Το ασπαρτικό οξύ έχει σημαντικό ρόλο στον κύκλο της ουρίας και στον σχηματισμό DNA και RNA.

Αστράγαλος [Astragalus Membranaceus]

Ιστορικά, το βότανο αστράγαλος έχει χρησιμοποιηθεί στην παραδοσιακή Κινέζικη ιατρική, συνήθως σε συνδυασμό με άλλα βότανα, να υποστηρίξει και να ενισχύσει το ανοσοποιητικό σύστημα.  Ακόμα και τώρα χρησιμοποιείται στην Κίνα για την χρόνια ηπατίτιδα και ως συμπληρωματική θεραπεία για τον καρκίνο.

Ο αστράγαλος χρησιμοποιείται, επίσης, για την πρόληψη και θεραπεία του κοινού κρυολογήματος και των ανωτέρω αναπνευστικών λοιμώξεων.  Έχει χρησιμοποιηθεί και για περιφερειακές αγγειακές παθήσεις και καρδιοπάθειες.

Αφροδισιακό

Μία ουσία που αυξάνει τη σεξουαλική δραστηριότητα.

Αχαίνιο

Ξηρός καρπός που δεν ανοίγει και περιέχει έναν μόνο σπόρο (π.χ. το σιτάρι).

Β

Βακτήρια Bifidobacterium Bifidum

Τα βακτήρια bifidobacteria bifidum είναι ένα από τα κύρια γένη προβιωτικών που διαμορφώνουν την χλωρίδα του εντέρου.  Τα βακτήρια bifidobacteriabifidum βοηθούν την πέψη και συσχετίζονται με μειωμένες εμφανίσεις αλλεργιών.  Τα βακτήρια αυτά έχουν δείξει ότι ανακουφίζουν από τα συμπτώματα του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου και βοηθούν να βελτιωθούν τα συμπτώματα διάρροιας και δυσκοιλιότητας.  Η διατροφική χορήγηση βακτηριών bifidobacteria bifidum προάγουν την αντίσταση σε εντερικές λοιμώξεις και έχει σαν αποτέλεσμα την σύνθεση των βιταμινών Β συμπεριλαμβανομένης της νιασίνης (βιταμίνη Β3), του φολικού οξέος, της βιοτίνης, και της βιταμίνης Β6 και προάγει την απορρόφηση του ασβεστίου.

Βακτηριοστατικό

Μία ουσία που εμποδίζει τον πολλαπλασιασμό των μικροβίων.

Βαλίνη

Η βαλίνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ.  Είναι μία από τις τρεις διακλαδωμένες αλυσίδες αμινοξέων μαζί με την λευκίνη και την ισολευκίνη.  Οι διακλαδωμένες αλυσίδες αμινοξέων βρίσκονται σε περίπου 70% των σωματικών πρωτεϊνών.  Η βαλίνη βρίσκεται άφθονη στους μυς.  Η βαλίνη είναι ζωτική για την υγεία των μυών – μεταβολισμό, επιδιόρθωση μυϊκών ιστών, και ισοζύγιο αζώτου.  Η βαλίνη είναι απαραίτητη για συντονισμό των μυών, και για την νοητική και νευρική λειτουργία.  Επίσης βοηθά με την φλεγμονή.  Η βαλίνη, μαζί με τις άλλες διακλαδωμένες αλυσίδες αμινοξέων, χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της αθλητικής απόδοσης.

Βαλσαμόχορτο [Hypericum Perforatum]

Το βαλσαμόχορτο είναι ένα βότανο που έχει χρησιμοποιηθεί για αιώνες για την θεραπεία διανοητικών ασθενειών και νευρικών πόνων.  Το βαλσαμόχορτο έχει αντιβακτηριδιακές, αντικαταθλιπτικές, αντιφλεγμονώδεις, αντιιογενείς ιδιότητες και ανακουφίζει από πόνους.  Το βότανο ρυθμίζει τον νευροδιαβιβαστήσεροτονίνη.  Οι δύο ενώσεις του βαλσαμόχορτου, υπερικίνη και υπερφορίνη, θεωρούνται ως αντιβιοτικά, μεταξύ άλλων.

Βασικά (φύλλα)

Εκείνα που αναπτύσσονται στη βάση του φυτού.

Βερμπάσκο [Verbascum Densiflorum]

Τα φύλλα του φυτού βερμπάσκο έχει ιδιότητες μαλακτικές, τονωτικές των πνευμόνων, αποχρεμπτικές και αντισπασμωδικές.  Τα άνθη του βερμπάσκο έχουν αντιβακτηριδιακές, αντιφλεγμονώδεις και αντισπασμωδικές ιδιότητες.  Το βερμπάσκο καταπραΰνει τον αναπνευστικό σωλήνα και το πεπτικό σύστημα.

Βεταΐνη

Η βεταΐνη είναι μεταβολίτης της χολίνης.  Η βεταΐνη είναι δότης μεθυλίου δηλαδή μία ουσία που μπορεί να μεταφέρει μία ομάδα μεθυλίου (ένα άτομο άνθρακα συνδεδεμένο με τρία άτομα υδρογόνου) σε μία άλλη ουσία.  Πολλές βιοχημικές διαδικασίες βασίζονται στην μεθυλίωση, συμπεριλαμβανομένων του μεταβολισμού των λιπιδίων, νευροδιαβιβαστών, και DNA.  Οι επιστήμονες εικάζουν ότι η επαρκής μεθυλίωση του DNA μπορεί να αποτρέψει την έκφραση των επιζήμιων γονιδίων, όπως τα γονίδια του καρκίνου.  Είναι πολύ πιθανόν η ικανότητα του οργανισμού στην μεθυλίωση να μειώνεται με την γήρανση, πιθανώς συνδράμοντας δυναμικά στην διαδικασία της γήρανσης.

 

Η βεταΐνη είναι μία διατροφική ουσία που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην υγεία του καρδιαγγειακού συστήματος.  Οι διατροφικές πηγές της βεταΐνης συμπεριλαμβάνουν το παντζάρι, το μπρόκολο , και το σπανάκι.  Έχει ενδιαφέρον ότι πολλά κρασιά περιέχουν βεταΐνη, ιδιαιτέρως των φθηνών κρασιών που χρησιμοποιούν τα σάκχαρα του παντζαριού για την αύξηση της περιεκτικότητας σε αλκοόλη.

Βήτα Γλυκάνες

Οι βήτα γλυκάνες είναι πολυσακχαρίτες, αλυσίδες από επαναλαμβανόμενες μονάδες γλυκόζης συνδεδεμένες κυρίως με βήτα-1.3 γλυκοσιδικούς δεσμούς, που βρίσκονται στο πίτουρο των δημητριακών, στον φλοιό της μαγιάς, ορισμένους τύπους μυκήτων, και σε πολλά είδη μανιταριών.

Αρκετοί πολυσακχαρίτες ανήκουν σε μία ομάδα ανοσοδιεγερτικών ουσιών οι οποίες διεγείρουν την έναρξη μηχανισμών του ανοσοποιητικού συστήματος.  Ένας από αυτούς τους πολυσακχαρίτες είναι η βήτα-1.3 γλυκάνη.

Οι βήτα γλυκάνες αυξάνουν την ανοσία του σώματος, έχουν αντινεοπλασματικές, αντιμεταλλαξιογόνες, αντιπηκτικές, αντιθρομβωτικές, και ανοσοενισχυτικές ιδιότητες, διεγείρουν την αιματοποίηση, εξουδετερώνουν τις ελεύθερες ρίζες, και προστατεύουν από την ραδιενέργεια.

Βήτα-Καροτίνη

Η βήτα-καροτίνη ανήκει στην ομάδα των καροτινών.

Βιοθαλάσσιο Σύμπλεγμα

Το βιοθαλάσσιο σύμπλεγμα είναι μία σύνθεση από ψάρια, πλήρως απαλλαγμένη από διοξίνες και βαρέα μέταλλα, που παρέχουν λιπαρά οξέα.

Βιοκαταλύτης

Μία ουσία που γενικά αυξάνει τον μεταβολισμό του οργανισμού.

Βιοτίνη

Η βιοτίνη είναι μία βιταμίνη Β που λειτουργεί στην δημιουργία και χρήση των λιπών και αμινοξέων.  Δίχως βιοτίνη, ο μεταβολισμός του σώματος εξασθενεί σημαντικά.  Επειδή η βιοτίνη κατασκευάζεται στο έντερο από εντερικά βακτήρια, μία φυτοφάγος διατροφή αλλοιώνει την εντερική βακτηριακή χλωρίδα με τέτοιο τρόπο ώστε να ενισχυθεί η σύνθεση και να προάγει την απορρόφηση της βιοτίνης.  Οι καλύτερες διατροφικές πηγές της βιοτίνης είναι το τυρί, τα εντόσθια, και τα φασόλια σόγιας.

Βιότοπος

Το μέρος που αναπτύσσεται ένα είδος φυτού.

Βιοφλαβονοειδή

Βλέπε φλαβονοειδή.

Βιταμίνη A

Η βιταμίνη Α είναι η πρώτη λιποδιαλυτή βιταμίνη που αναγνωρίστηκε.  Όταν έγινε αποδεκτή ως η “αντιμολυσματική” βιταμίνη, η βιταμίνη Α αναγνωρίστηκε ως μείζων καθοριστικός παράγοντας της κατάστασης του ανοσοποιητικού.  Οι καροτίνες, κάποιες από τις οποίες μπορούν να μετατραπούν σε βιταμίνη Α, έχουν επίσης κατακτήσει μεγάλη προσοχή ως ενισχυτές του ανοσοποιητικού συστήματος.

Βιταμίνη B1 (Θειαμίνη)

Η βιταμίνη Β1 (θειαμίνη) είναι το τμήμα βιταμίνης του συνενζύμου πυροφωσφορική θειαμίνη, η οποία είναι απαραίτητη στον μεταβολισμό ενέργειας, στον μεταβολισμό υδατανθράκων , και στην λειτουργία του νευρικού κυττάρου.  Πλούσιες φυτικές πηγές της βιταμίνης Β1 είναι τα φασόλια σόγιας, το αναποφλοίωτο ρύζι, οι σπόροι του ηλίανθου, και τα φιστίκια.  Η βιταμίνη Β1 είναι εξαιρετικά ευαίσθητη στο αλκοόλ, στις ταννίνες του καφέ και του μαύρου τσαγιού, και στα άλατα του θειώδους οξέος.  Οποιοδήποτε από αυτές τις ενώσεις καταστρέφουν την θειαμίνη ή την καθιστούν ανώφελη.

Βιταμίνη B12

Η βιταμίνη Β12 δρα με το φολικό οξύ σε πολλές σωματικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων της σύνθεσης του DNA, των ερυθρών αιμοσφαιρίων, και μονωτική θήκη (το περίβλημα μυελίνης) που περιβάλλει τα νευρικά κύτταρα και επιταχύνουν την μεταβίβαση σημάτων κατά μήκος των νευρικών κυττάρων.  Για την απορρόφηση των μικρών ποσοτήτων βιταμίνης Β12 που βρίσκεται στην τροφή, το στομάχι εκκρίνει τον ενδογενή παράγοντα, μία ειδική πεπτική έκκριση που αυξάνει την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 στο λεπτό έντερο.

Βιταμίνη B2 (Ριβοφλαβίνη)

Η βιταμίνη Β2 λειτουργεί ως συνένζυμο σε πολλές αντιδράσεις, ιδιαιτέρως στην απελευθέρωση ενέργειας από τις διατροφικές ουσίες σε όλα τα κύτταρα του σώματος.  Η λήψη υπερβολικών ποσοτήτων βιταμίνης Β2 έχει σαν αποτέλεσμα την αυξημένη περιεκτικότητα των ούρων σε βιταμίνη Β2, πράγμα που μπορεί να δώσει στα ούρα μία κιτρινοπράσινη φθοριούχα λάμψη.

Βιταμίνη B3 (Νιασίνη)
Η βιταμίνη Β3 (νιασίνη) λειτουργεί στο σώμα ως συστατικό των συνενζύμων νικοτινο-αδενινο-δινουκλεοτίδιο (NAD) και φωσφορικό νικοτινο-αδενινο-δινουκλεοτίδιο (NADP), τα οποία εμπλέκονται σε πάνα από 50 διαφορετικές χημικές αντιδράσεις στο σώμα.Τα ένζυμα που περιέχουν νιασίνη διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παραγωγή ενέργειας και στον μεταβολισμό των λιπών, χοληστερόλης και υδατανθράκων.Αυτά τα ένζυμα επίσης κατασκευάζουν πολλές σωματικές ενώσεις συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών ορμονών και των ορμονών των επινεφριδίων.
Βιταμίνη B5 (Παντοθενικό Οξύ)

Η βιταμίνη Β5 (παντοθενικό οξύ) χρησιμοποιείται για την παραγωγή του συνενζύμου Α (CoA) και της πρωτεΐνης μεταφορέας ακυλίου, δύο ενώσεις που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην χρήση των λιπών και των υδατανθράκων στην παραγωγή ενέργειας και στην κατασκευή των ορμονών των επινεφριδίων και των ερυθρών αιμοσφαιρίων. 

Βιταμίνη B6 (Πυριδοξίνη)

Η βιταμίνη Β6 (πυριδοξίνη) είναι εξαιρετικής σπουδαιότητας βιταμίνη Β που εμπλέκεται στην διαμόρφωση των πρωτεϊνών του οργανισμού και δομικών ουσιών, χημικών διαβιβαστών του νευρικού συστήματος, ερυθρών αιμοσφαιρίων, και προσταγλανδινών.  Η βιταμίνη Β6 είναι επίσης σημαντική στην διατήρηση της ορμονικής ισορροπίας και της σωστής λειτουργίας του ανοσοποιητικού.

Βιταμίνη C

Παρόλο που η βιταμίνη C είναι το πιο δημοφιλές συμπλήρωμα βιταμίνης, πολλοί ερευνητές και ειδικοί διαφωνούν για την ποσότητα της βιταμίνης C που χρειαζόμαστε.  Ωστόσο, ένα πράγμα είναι δεδομένο για την βιταμίνη C ότι έχει ουσιώδη ρόλο στην ανθρώπινη διατροφή.  Η βιταμίνη C είναι χρήσιμη σε πολλές ασθένειες ως αποτέλεσμα των αντιοξειδωτικών και τις ανοσοενισχυτικών ιδιοτήτων της.

Η βιταμίνη C δρα με τις βιταμίνες Β στον τρόπο δράσης της.  Κάποιες φορές, η βιταμίνη C ενεργεί ως συμπαράγοντας βοηθώντας ένα συγκεκριμένο ένζυμο να εκτελέσει την λειτουργία του, και άλλες φορές, δρα ως αντιοξειδωτικό.

 

Ως συμπαράγοντας στην παραγωγή του κολλαγόνου, η βιταμίνη C βοηθά στην διαμόρφωση της ινώδους δομικής πρωτεΐνης των συνδετικών ιστών, γνωστή ως κολλαγόνο.  Η βιταμίνη C επίσης λειτουργεί ως συμπαράγοντας στην σύνθεση αρκετών άλλων ενώσεων.  Βοηθά στην υδροξυλίωση της καρνιτίνης, μία ένωση που μεταφέρει τα λιπαρά οξέα μακράς αλυσίδας στα μιτοχόνδρια του κυττάρου για τον μεταβολισμό ενέργειας.  Συμμετέχει στην μετατροπή των αμινοξέων τρυπτοφάνης και τυροσίνης σε νευροδιαβιβαστές σεροτονίνη και νοραδρεναλίνη, αντίστοιχα.  Η βιταμίνη C βοηθά και στην κατασκευή ορμονών, συμπεριλαμβανομένης της θυροξίνης, η οποία ρυθμίζει τον ρυθμό του μεταβολισμού – ο ρυθμός του μεταβολισμού αυξάνεται κάτω από συνθήκες ακραίου φυσικού στρες που αυξάνει τις ανάγκες σε βιταμίνη C.

Βιταμίνη D

Επειδή το σώμα μπορεί να παράγει την βιταμίνη D με την δράση της ηλιακής ακτινοβολίας στο δέρμα, θεωρείται περισσότερο ορμόνη παρά βιταμίνη.  Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με παρόντες ορισμούς, η βιταμίνη D είναι και βιταμίνη και ορμόνη.

Βιταμίνη Ε

Η βιταμίνη Ε είναι λιποδιαλυτή βιταμίνη.  Άλφα-τοκοφερόλη είναι το χημικό όνομα για την πιο δραστική μορφή της βιταμίνης Ε. Η βιταμίνη Ε είναι το πρωταρχικό αντιοξειδωτικό λιπιδίων στον οργανισμό.  Ενσωματώνεται με το λιπαρό τμήμα της μεμβράνης του κυττάρου και των μορίων μεταφοράς, όπου δρα στη σταθεροποίηση και στην προστασία αυτών των δομών από τον μόλυβδο, τον υδράργυρο και άλλων βαρέων μετάλλων, τοξικές ουσίες όπως η βενζόλη, το τετραχλωρίδιο του άνθρακα, και τα υγρά καθαρισμού, τις φαρμακευτικές ουσίες, την ακτινοβολία, και τους μεταβολίτες των ελεύθερων ριζών του σώματος

Η βιταμίνη Ε είναι σημαντική για το ανοσοποιητικό σύστημα.  Παράλληλα με την προστασία του θύμου αδένα και των λευκών αιμοσφαιρίων από βλάβες, η βιταμίνη Ε είναι ιδιαιτέρως σημαντική στην προστασία του ανοσοποιητικού συστήματος από ζημιές κατά την διάρκεια οξειδωτικού στρες και χρόνιων ιογενών ασθενειών, όπως το AIDS και της χρόνια ιογενούς ηπατίτιδας.

Η κύρια χρήση της βιταμίνης Ε είναι ως αντιοξειδωτικό στην προστασία ενάντια στην καρδιοπάθεια, του καρκίνου, και των εγκεφαλικών.  Επίσης, η χορήγηση της βιταμίνης Ε είναι χρήσιμη σε έναν μακρύ κατάλογο άλλων καταστάσεων υγείας, ιδιαιτέρως για αγγειοκαρδιακές παθήσεις, διαβήτη, ινοκυστική μαστοπάθεια, εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα, και όψιμη δυσκινησία.  Είναι χρήσιμη και στην θεραπεία της νόσου του Parkinson, την πρόληψη των πρώιμων ρήξεων των μεμβρανών κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, και στην θεραπεία της αρθρίτιδας.  Παθήσεις στις οποίες συχνά χορηγείται η βιταμίνη Ε είναι: AIDS, ηπατοπάθεια προκαλούμενη από οινόπνευμα, αλλεργία, αναιμία, κυνάγχη, αρρυθμίες, αθηροσκλήρωση, αυτοάνοσες νόσοι, καρκίνος, ευθραυστότητα των αγγείων, καρδιομυοπάθεια, καταρράκτης, δυσπλασία του τραχήλου, διαβήτης, δυσμηνόρροια, έκζεμα, επιληψία, χολόλιθους, ηπατίτιδα, απλός έρπις, έρπις ζωστήρ, ανοσοανεπάρκεια, λοιμώξεις, φλεγμονές, διαλείπουσα χωλότητα, λύκος, εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, εμμηνόπαυση, σκλήρυνση κατά πλάκας, μυοπάθεια, νευραλγία, νευρομυϊκός εκφυλισμός, οστεοαρθρίτιδα, νόσος του Parkinson, πεπτικά έλκη, περιοδοντικές νόσους, περιφερειακή αγγειοπάθεια, εγκυμοσύνη, προεμμηνορροϊκό σύνδρομο, νόσος του Raynaud, ρευματοειδής αρθρίτιδα, σκληρόδερμα, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα, δερματικά έλκη, ελκώδης κολίτιδα, επούλωση τραυμάτων.

Η βιταμίνη Ε δρα εκτεταμένα με άλλα αντιοξειδωτικά, ιδιαίτερα την βιταμίνη C και το σελήνιο.  Επίσης, η βιταμίνη Ε βελτιώνει την χρήση της βιταμίνης Α, χρησιμοποιείται την μετατροπή της βιταμίνης Β12 στην πιο ενεργή της μορφή, και προστατεύει τα απαραίτητα λιπαρά οξέα από οξείδωση.

Βιταμίνη Κ

Η βιταμίνη Κ είναι μία λιποδιαλυτή βιταμίνη που συντίθεται στον γαστρεντερικό σωλήνα από βακτήρια.  Η βιταμίνη Κ βρίσκεται επίσης στο ήπαρ, στα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, στα λαχανικά τύπου λάχανου, και στο γάλα.

Η πρωταρχική δράση της βιταμίνης Κ είναι η παραγωγή θρομβωτικών παραγόντων.  Επιπλέον, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην υγεία των οστών διότι είναι υπεύθυνη για την μετατροπή πρωτεΐνης των οστών από την ανενεργή μορφή της σε ενεργή.

Βλεννοπολυσακχαρίτες

Οι βλεννοπολυσακχαρίτες είναι μακρές αλυσίδες μορίων σακχάρων που βρίσκονται σε όλο το σώμα, στις βλέννες και στο υγρό που περιβάλλει τις αρθρώσεις.

Όταν υπάρχει ανεπάρκεια των ενζύμων που είναι απαραίτητα για την διάσπαση των βλεννοπολυσακχαριτών, υφίσταται μια κατάσταση που ονομάζεται βλεννοπολυσακχαρίδωση.  Οι βλεννοπολυσακχαριδώσεις είναι μία ομάδα γενετικών ανωμαλιών που δημιουργούν υπερβολική συσσώρευση βλεννοπολυσακχαριτών στους ιστούς.  Αυτή η συσσώρευση έχει σαν αποτέλεσμα πολλές σοβαρές φυσικές ανωμαλίες.  Συνήθως, έχει σαν αποτέλεσμα γενετικές παραμορφώσεις.

Βολβός

Υπόγειος βλαστός με σαρκώδη φύλλα που ριζώνει από τη βάση του και αναπτύσσει βλάστηση από την κορυφή του.

Βοράγη [Borago Officinalis]

Η βοράγη είναι ένα βότανο πλούσιο σε μέταλλα, ιδιαιτέρως σε κάλιο.  Το λάδι από τους σπόρους της βοράγης περιέχουν περίπου 20% ενός πολυακόρεστουωμέγα-6 λιπαρού οξέος που ονομάζεται γάμμα λινολενικό οξύ (GLA), το οποίο μπορεί να βοηθήσει στην μείωση φλεγμονών.

Βοσουελλία [Boswellia Serrata]

Η βοσουελλία είναι ένα γένος δένδρων γνωστά για την αρωματική του ρητίνη, η οποία έχει πολλές φαρμακολογικές εφαρμογές, ιδιαίτερα ως αντι-φλεγμονώδες.

Η ρητίνη της βοσουελλίας περιέχει βοσουελλικά οξέα που δρουν κατά του καρκίνου, των όγκων, και στην μείωση των λιπιδίων του αίματος.  Η βοσουελλία μειώνει την φλεγμονή εμποδίζοντας την σύνθεση λευκοτριενίων. 

Βότρυς
Σύνολο ραγών περί κύριο άξονο ή ταξιανθία με άνθη με ισομήκεις δευτερεύοντες ποδίσκους πάνω στον κύριο άξονα.
Βράκτεια (φύλλα)
Είναι μικρά φύλλα που αναπτύσσονται στη βάση του ποδίσκου ενός άνθους.
Βρωμελαΐνη

Η βρωμελαΐνη ταξινομείται στα βότανα.  Είναι ένα θειούχο πρωτεολυτικό πεπτικό ένζυμο που αποσπάται από το κοτσάνι και το φρούτο του ανανά.  Όταν λαμβάνεται με τα γεύματα, η βρωμελαϊνη βοηθά στην πέψη των πρωτεϊνών .  Όταν λαμβάνεται με άδειο στομάχι, δρα φαρμακευτικά ως αντιφλεγμονώδης παράγοντας.

Βρώμη [Avena Sativa]

Η βρώμη είναι γένος δημητριακών σπόρων που καλλιεργείται για τους σπόρους του, οι οποίοι είναι γνωστοί με το ίδιο όνομα.  Η βρώμη είναι πλούσια σε φυτοχημικά και διατροφικά στοιχεία που συμπεριλαμβάνουν ασβέστιο, φολικό, σίδηρο, μαγνήσιο, μαγγάνιο, φώσφορο, κάλιο, σελήνιο, ψευδάργυρο, βιταμίνη Α, βιταμίνη Β1, βιταμίνη Β2, βιταμίνη Β3, βιταμίνη Β5, βιταμίνη Β6, βιταμίνη Ε, φλαβονοειδή, χλωροφύλλη, και βήτα-σιτοστερόλη.

Γ

Γάλα

Γαλακτώδης οπός που παράγουν μερικά φυτά (π.χ. η γαλατσίδα, δηλ. το ευφόρβιο).

Γαλακτογόνο

Μία ουσία που διεγείρει την παραγωγή και την έκκριση γάλακτος.

Γαληνικό
Φαρμακευτικό σκεύασμα από βότανα (η λέξη προέρχεται από το όνομα του Γαληνού, Έλληνα γιατρού, 131-200 μ.Χ.).
Γένος

Ομάδα φυτών που περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα είδη, που συγγενεύουν πολύ μεταξύ τους. Έχουν προσδιοριστεί ως τώρα περίπου 10.000 είδη φυτών. Στη λατινική ονομασία κάθε φυτού, το πρώτο όνομα είναι το όνομα του γένους, ενώ το δεύτερο είναι το όνομα του είδους.

Γλαυκό (φύλλωμα)

Αυτό που έχει κυανοπράσινο χρώμα.

Γλουταθειόνη (L-Glutathione)

Η Γλουταθειόνη είναι αμινοξύ που μετατρέπεται στον οργανισμό σε περοξειδάση της γλουταθειόνης, που είναι ισχυρός αντιοξειδωτικός παράγοντας.

Η γλουταθειόνη είναι πολύ σημαντικός εκκαθαριστής των κυττάρων και των ελεύθερων ριζών και έχουν παρατηρηθεί οι εξής ιδιότητες:

  • Είναι ισχυρό αντιοξειδωτικό το οποίο ενώνεται με το σελήνιο σχηματίζοντας το ένζυμο περοξειδάση της γλουταθειόνης.
  • Φάρμακα όπως η ακεταμινοφαίνη και η ιβοπρουφαίνη εξαντλούν τα αποθέματα.
  • Βοηθά το ήπαρ στην αποτοξίνωση και αυτό επαληθεύεται με εξετάσεις στις τρανσαμινάσες.
  • Φαίνεται επίσης να αποτοξινώνει τον οργανισμό από βαρέα μέταλλα.
  • Μπορεί να βελτιώσει τα επίπεδα της LDL.
  • Τέλος, ερευνάται η δυναμική της στη μυελογενή λευχαιμία.

Παρ` όλα αυτά θα πρέπει να τονίσουμε και τις αδυναμίες της L-Glutathione οι οποίες είναι ότι σε πόσιμο διάλυμα ή σε κάψουλες δε φαίνεται τόσο αποτελεσματική. Επιπλέον, το ενέσιμο διάλυμα είναι αρκετά επίπονο (βαθιά ενδομυηκή) 300mg και 600mg, και σε μεγάλες δόσεις μπορεί να χρειαστούν σκευάσματα μετάλλων.

Η L-Glutathione διατίθεται στη Holism σε κάψουλες των 500mg και των 1000mg.

Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι από την εμπειρία μας φαίνεται ότι το ειδικά επεξεργασμένο συμπήκνωμα γαϊδουράγκαθου (KIDLIV) έχει ιδαίτερα αποτελέσματα χωρίς τις αδυναμίες της γλουταθειόνης καθώς επίσης είναι επιπλέον καλό και για τα νεφρά εκτός του συκωτιού.

Γλουταθειόνη (L-Glutathione)

Η Γλουταθειόνη είναι αμινοξύ που μετατρέπεται στον οργανισμό σε περοξειδάση της γλουταθειόνης, που είναι ισχυρός αντιοξειδωτικός παράγοντας.

Η γλουταθειόνη είναι πολύ σημαντικός εκκαθαριστής των κυττάρων και των ελεύθερων ριζών και έχουν παρατηρηθεί οι εξής ιδιότητες:

  • Είναι ισχυρό αντιοξειδωτικό το οποίο ενώνεται με το σελήνιο σχηματίζοντας το ένζυμο περοξειδάση της γλουταθειόνης.
Γραμμικό (φύλλο)

Αυτό που είναι στενό και μακρύ.

Γύρη

Η γονιμοποιός σκόνη που εκβάλλει ο ανθήρας.

Δ

Δαμάσκηνο Ιάβας [Syzygium Cumini]

Το δαμάσκηνο Ιάβας είναι ένα αειθαλές φυτό γηγενές των Ινδιών.  Όλα τα μέρη του δαμάσκηνου Ιάβας μπορούν να χρησιμοποιηθούν θεραπευτικά.  Ο φλοιός χρησιμοποιείται για την αναιμία, ο φλοιός και οι σπόροι για τον διαβήτη τα οποία μειώνουν ταχύτατα τα επίπεδα του σακχάρου του αίματος, τα φρούτα για δυσεντερία, και ο χυμός των φύλλων για ουλίτιδα.

Δελφινιδίνη

Η δελφινιδίνη είναι μία ανθοκυανιδίνη που υπάρχει ευρέως στα φυτά σε μορφή γλυκοσιδίων.  Η δελφινιδίνη, όπως σχεδόν όλες οι ανθοκυανιδίνες είναι ευαίσθητες στο pH, και μεταβάλλεται από κυανό σε βασικό διάλυμα σε ερυθρό σε όξινο διάλυμα.  Βρίσκεται σε σκουρόχρωμα σταφύλια και σε φραγκοστάφυλα.  Η δελφινιδίνη έχει αποδειχτεί ότι διατηρεί την ακεραιότητα του ενδοθηλίου, η αλλοίωση των οποίων οδηγούν σε παθολογίες που συμπεριλαμβάνουν τις καρδιαγγειακές νόσους, όπως η αθηροσκλήρωση, και συχνά συνδέεται με καρκίνους.  Η προστατευτική δράση της δελφινιδίνης έναντι της απόπτωσης των ενδοθηλίων κυττάρων συντελεί στην κατανόηση των δυναμικών ωφελειών της διατροφής που είναι πλούσια σε πολυφαινόλες. 

Δεοξυριβονουκλεϊνικό Οξύ (DNA)

Το δεοξυριβονουκλεϊνικό οξύ είναι ένα νουκλεϊνικό οξύ που περιέχει την γενετική πληροφόρηση που χρησιμοποιείται στην ανάπτυξη και λειτουργία όλων των ζώντων οργανισμών.  Ο κυρίαρχος ρόλος των μορίων DNA είναι η μακρόχρονη αποθήκευση πληροφόρησης και περιέχει τις οδηγίες που απαιτούνται για την δόμηση άλλων στοιχείων των κυττάρων, όπως οι πρωτεΐνες και τα μόρια RNA.  Τα τεμάχια DNA που κατέχουν αυτήν την γενετική πληροφόρηση ονομάζονται γονίδια, αλλά άλλες ακολουθίες του DNA έχουν δομικούς στόχους, ή εμπλέκονται στην ρύθμιση της χρήσης αυτής της γενετικής πληροφόρησης.

Δερματικό

Του δέρματος, π.χ. δερματική πάθηση.

Δερματώδες (φύλλο)

Αυτό που έχει επιδερμίδα σκληρή σαν δέρμα.

Διεγερτικό

Μία ουσία που διεγείρει προσωρινά το νευρομυϊκό σύστημα.

Διετές (φυτό)

Αυτό που ζει επί δύο χρόνια και ανθίζει μόνο (ή συνήθως) τον δεύτερο χρόνο μετά τη σπορά του.

Δίκλινο (φυτό)

Αυτό που τα αρσενικά και τα θηλυκά όργανα του άνθους αναπτύσσονται σε χωριστά άνθη, πάνω στο ίδιο φυτό.

Διμεθυλαιθανολαμίνη (DMAE)

Η διμεθυλαιθανολαμίνη (DMAE), ή διμεθυλαμινοαιθανόλη, είναι μία οργανική ένωση που σχετίζεται με την χολίνη και είναι βιοχημικός πρόδρομος του νευροδιαβιβαστή ακετυλοχολίνη.  Βρίσκεται φυσικά στις σαρδέλες, στον σολομό και στις αντζούγιες.  Με την αύξηση της παραγωγής ακετυλοχολίνης, η διμεθυλαιθανολαμίνη έχει χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία καταστάσεων που επηρεάζουν τον εγκέφαλο και το κεντρικό νευρικό σύστημα.  Ο ανθρώπινος εγκέφαλος περιέχει μικρές ποσότητες DMAE.  Η DMAE προστατεύει την ακεραιότητα των κυτταρικών μεμβρανών, η φθορά των οποίων οδηγούν σε πρόωρη γήρανση.  Η DMAE χρησιμοποιείται για θεραπεία του αυτισμού, της νόσου του Alzheimer, του συνδρόμου διάσπασης προσοχής και υπερκινητικότητας, ελλείψεις μνήμης, κατάθλιψη, και άνοια.  Η DMAE αυξάνει την νοημοσύνη και την διανοητική οξύτητα.  Η DMAE προάγει υγιές δέρμα αποτρέποντας την παραγωγή αραχιδονικού οξέος, μία ένωση που οδηγεί στην δημιουργία ρυτίδων. 

Δίοικο (φυτό)

Αυτό που τα αρσενικά και τα θηλυκά όργανα του άνθους αναπτύσσονται σε χωριστά άνθη, πάνω σε ξεχωριστά φυτά (αρσενικά ή θηλυκά φυτά). Παράδειγμα η φιστικιά.

Διουρητικό
Μία ουσία που αυξάνει την παραγωγή ούρων και αποβάλλει έτσι ύδωρ από τον οργανισμό.
Δισμουτάση του Υπεροξειδίου

Η δισμουτάση του υπεροξειδίου είναι ένα από τα πιο ισχυρά αντιοξειδωτικά ένζυμα.  Το ένζυμο αυτό διασπά το υπεροξείδιο, χρειάζεται χαλκό και ψευδάργυρο για την λειτουργία του, καταπολεμά τις φλεγμονές και τους καταρράκτες.

Δοκοσαεξαενοϊκό Οξύ (DHA)

Το δοκοσαεξαενοϊκό οξύ ή DHA είναι ένα πολυακόρεστο ωμέγα-3 λιπαρό οξύ μακράς αλυσίδας (με 22 μόρια άνθρακα και έξι διπλούς δεσμούς).  Βρίσκεται στα ψάρια και συντίθεται σε περιορισμένες ποσότητες στο σώμα από το λινολενικό οξύ.  Το DHA υπάρχει στο μητρικό γάλα.  Στο ανθρώπινο σώμα, το DHA είτε υπάρχει από την διατροφή ή παράγεται από το εικοσαπενταενοϊκό οξύ (EPA).

Δυϊνδολυμεθάνιο (DIM)

Το δυϊνδολυμεθάνιο (DIM) είναι ένα φυτοχημικό και μία φυτική ινδόλη που βρίσκεται στα σταυρανθή λαχανικά (μπρόκολο, λαχανάκια Βρυξελών, λάχανο, κουνουπίδι, λαχανίδα) με ισχυρές αντιανδρογονικές και αντινεοπλασματικές δραστηριότητες.  Το DIM προάγει τον ευεργετικό μεταβολισμό του οιστρογόνου και στα δύο γένη που έχει σαν αποτέλεσμα την αυξημένη αντιοξειδωτική δραστηριότητα.  Επίσης, είναι συντελεστής που προκαλεί την απόπτωση σε νεοπλασματικά κύτταρα.

Ε

Είδος

Ομάδα φυτών που έχουν κοινά τα βασικά τους χαρακτηριστικά. Τα είδη περιλαμβάνονται μέσα στα γένη. Κάθε φυτό έχει δύο ονόματα από τα οποία το πρώτο είναι το όνομα του γένους και το δεύτερο το όνομα του είδους.

Εικοσανοειδή

Τα εικοσανοειδή είναι ορμόνες που προέρχονται από τα απαραίτητα λιπαρά οξέα 20 ατόμων άνθρακα.  Οι ορμόνες αυτές ελέγχουν την ροή του αίματος και την φλεγμονή.  Το ισοζύγιο των εικοσανοειδών που παράγονται από τα ωμέγα-3 και τα ωμέγα-6 απαραίτητα λιπαρά οξέα είναι αυτό που εν τέλει καθορίζει την κατάσταση υγείας ενός ανθρώπου.

Τα εικοσανοειδή είναι σηματοδοτικά μόρια που προέρχονται από τα απαραίτητα λιπαρά οξέα.  Είναι ο μείζων τρόπος με τον οποίο δρουν τα απαραίτητα λιπαρά οξέα στο σώμα.  Οι εξωτερικές μεμβράνες των κυττάρων περιέχουν φωσφολιπίδια.  Κάθε μόριο φωσφολιπιδίων περιέχει δύο λιπαρά οξέα.  Κάποια από αυτά τα λιπαρά οξέα είναι πολυακόρεστα απαραίτητα λιπαρά οξέα – αραχιδονικό οξύ, εικοσαπενταενοϊκό οξύ, ή δίχομο-γάμμα λινολενικό οξύ.  Σε αντίδραση σε ποικίλα φλεγμονώδη ερεθίσματα, αυτά τα απαραίτητα λιπαρά οξέα διασπώνται από το φωσφολιπίδιο και ελευθερώνονται ως ελεύθερα λιπαρά οξέα.  Στην συνέχεια, το απαραίτητο λιπαρό οξύ οξυγονώνεται, και μετατρέπεται περαιτέρω, παράγοντας εικοσανοειδή. 

Τα λευκοτριένια, μαζί με τις προσταγλανδίνες, τις θρομβοξάνες, και τις λιποξίνες κυρίως απαρτίζουν τα εικοσανοειδή.  Αντίθετα με πολλά άλλα βιολογικώς ενεργά μόρια, τα εικοσανοειδή δεν αποθηκεύονται ως προσχηματισμένα συστατικά της αντίδρασης του ανοσοποιητικού μέσα στα εκκριτικά κύτταρα αλλά συντίθενται εκ νέου από φωσφολιπίδια των μεμβρανών μέσω μίας αλληλουχίας ενζύμων γνωστή ως αλληλουχία του αραχιδονικού οξέος, που ονομάζεται έτσι από το κοινό πρόδρομο μόριο όλων των εικοσανοειδών.

Τα εικοσανοειδή προερχόμενα από το αραχιδονικό οξύ γενικώς προάγουν την φλεγμονή.  Αυτά από το γάμμα λινολενικό οξύ (δίχομο-γάμμα λινολενικό οξύ) και από το εικοσαπενταενοϊκό οξύ είναι γενικώς λιγότερο φλεγμονώδη, ή ανενεργά, ή και αντιφλεγμονώδη.  Ένα εικοσανοειδές μπορεί να έχει φλεγμονώδη δράση σε έναν ιστό και αντιφλεγμονώδη δράση σε άλλο.  Το διατροφικό ωμέγα-3 λιπαρό οξύ και το γάμμα λινολενικό οξύ αντισταθμίζουν τις επιδράσεις των εικοσανοειδών από αραχιδονικό οξύ με τρεις τρόπους: με μετατόπιση, ανταγωνιστική αποτροπή και με ευθεία αντίδραση.

Εικοσαπενταενοϊκό Οξύ (EPA)

Το εικοσαπενταενοϊκό οξύ ή EPA είναι ένα ωμέγα-3 πολυακόρεστο λιπαρό οξύ με 20 μόρια άνθρακα και πέντε διπλούς δεσμούς.  Υπάρχει στα ψάρια και συντίθεται σε περιορισμένες ποσότητες στο σώμα από το λινολενικό οξύ.  Βρίσκεται επίσης στο μητρικό γάλα.

Το EPA δρα ως πρόδρομος των εικοσανοειδών, συγκεκριμένα των προσταγλανδινών-3 (οι οποίες αναστέλλουν την συνάθροιση αιμοπεταλίων), θρομβοξάνια-3, και λευκοτριένια-5.

Το EPA χρησιμοποιείται σε κυτταρικές διαδικασίες στο σώμα.  Το EPA και οι μεταβολίτες του δρουν στο σώμα κυρίως με την αλληλοεπίδραση των μεταβολιτών του αραχιδονικού οξέος.  Επιπροσθέτως, γενετικές μελέτες επιβεβαιώνουν ότι το EPA και το δοκοσαεξαενοϊκό οξύ (DHA) επιδρούν στην έκφραση γονιδίων στον εγκέφαλο και στο ήπαρ.

Το EPA διέπεται από ευεργετικά οφέλη σε νοητικές καταστάσεις, όπως η σχιζοφρένια.  Η αύξηση της ποσότητας του EPA στο σώμα έχει αποδειχτεί ωφέλιμο στην πρόληψη ή αντιμετώπιση της υπέρτασης, στεφανιαίας καρδιοπάθειας, και φλεγμονώδεις διαταραχές όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα.  Το EPACrohn, και ψωρίασης.  Το EPA χρησιμοποιείται επίσης ως αντιφλεγμονώδες, για την διέγερση του ανοσοποιητικού συστήματος, και για την υγεία του καρδιαγγειακού συστήματος, βοηθώντας στην πρόληψη της καρδιοπάθειας και των εγκεφαλικών. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την πρόληψη της νόσου του Alzheimer.  Η αύξηση της ποσότητας του EPA στο σώμα έχει αποδειχτεί ωφέλιμο για την πρόληψη στης στεφανιαίας καρδιοπάθειας. χρησιμοποιείται για την θεραπεία άσθματος, καρκίνου, αρθρίτιδας, λύκου, θρομβώσεων, ουλίτιδας, υψηλής χοληστερόλης, υπέρταση, κολίτιδα, νόσος του

Εκτρωτικό

Αυτό που διακόπτει μία κύηση.

Ελαιόδεντρο [Olea Europa]

Το ελαιόδεντρο είναι ένα μικρό αειθαλές δένδρο, ενδημικό στις περιοχές της Μεσογείου.  Ιστορικά, η χρήση των καρπών του και του ελαιολάδου έχουν αναφερθεί.  Ο Ιπποκράτης χορηγούσε το ελαιόλαδο για έλκη, χολέρα, και μυϊκούς πόνους πριν από περίπου 2.500 χρόνια.

Στις αρχές του 1900 μία πικρή ένωση από το φύλλο, η ολεουροπεΐνη, απομονώθηκε και προσδιορίστηκε ως μέρος των ισχυρών φαρμακευτικών ιδιοτήτων του ελαιόδεντρου.

Έλασμα

Το κύριο τμήμα του φύλλου που είναι επίπεδο και πράσινο.

Ελλαγικό Οξύ

Τα φυτά παράγουν ελλαγικό οξύ για να προστατευτούν από μικροβιολογική λοίμωξη και φυτοπαράσιτα.  Το ελλαγικό οξύ είναι ένα πολυφαινολικόαντιοξειδωτικό που βρίσκεται σε πολλά κόκκινα φρούτα που συμπεριλαμβάνουν βατόμουρα, φράουλες, μούρα, βακκίνια, ρόδια και σε ορισμένους ξηρούς καρπούς που συμπεριλαμβάνουν τα καρύδια.  Τα υψηλότερα επίπεδα ελλαγικού οξέος βρίσκονται στα βατόμουρα.  Στα φυτά το ελλαγικό οξύ υπάρχει στην μορφή ελλαγιταννίνης, η οποία είναι ελλαγικό οξύ δεσμευμένο με μόριο σακχάρου.  Το ελλαγικό οξύ είναι το κύριο συστατικό αρκετών φυτών που φέρουν ταννίνες, που παράγουν την κατηγορία ταννινών γνωστές ως γαλλοταννίνες, οι οποίες, όταν υδρολύονται, δίνουν ελλαγικό οξύ και γαλλικό οξύ.

Έλλοβα (φύλλα)

Αυτά που χωρίζονται σε στρογγυλεμένα τμήματα (λοβούς).

Εμετικό

Μία ουσία που προκαλεί εμετό. Οι πικρές ουσίες είναι συνήθως εμετικές όταν ληφθούν σε μεγάλες δόσεις.

Εμμηναγωγό

Μία ουσία που διευκολύνει και ρυθμίζει τον έμμηνο κύκλο, π.χ. τα αιθέρια έλαια των φυτών.

Εναλασσόμενα (φύλλα)

Αυτά που είναι τοποθετημένα σε δυο σειρές, πάνω στο βλαστό, και δεν είναι αντίθετα, αλλά εναλάσσονται.

Ένζυμα

Tα ένζυμα είναι πρωτεΐνες που διευκολύνουν χημικές αντιδράσεις δίχως να μεταβάλλονται στην διαδικασία.

Μερικά ενζυμα αποτελούνται από δύο μέρη – μία πρωτεΐνη που ονομάζεται αποένζυμο και ένα μη πρωτεϊνούχο τμήμα που ονομάζεται συμπαράγοντας.  Ο συμπαράγοντας μπορεί να είναι ένα μεταλλικό ιόν (όπως ο σίδηρος, το μαγνήσιο, ο ψευδάργυρος, ή το ασβέστιο) ή ένα οργανικό μόριο που ονομάζεται συνένζυμο.  Τα συνένζυμα συχνά προέρχονται από βιταμίνες.  Όλα τα ένζυμα ταξινομούνται ανάλογα με τον τύπο των χημικών αντιδράσεων που καταλύουν.  Για παράδειγμα, οι οξειδάσες προσθέτουν οξυγόνο, οι κινάσες προσθέτουν φώσφορο, οι αφυδρογονάσες αφαιρούν υδρογόνο, ATPάσες διασπούν το ATP, οι ανυδράσες αφαιρούν νερό, οι πρωτεάσες διασπούν πρωτεΐνες, ενώ οι λιπάσες διασπούν τριγλυκερίδια.

Επάκριος

Αυτός που βρίσκεται στην κορυφή του βλαστού.

Επιγαλλοκατεχίνη Γαλλικού Εστέρα

Βλέπε πράσινο τσάι.

Επικατεχίνες

Οι επικατεχίνες, (επικατεχίνη, επικατεχίνη γαλλικού εστέρα, επιγαλλοκατεχίνη, επιγαλλοκατεχίνη γαλλικού εστέρα) ανήκουν στην κατηγορία των κατεχινών και είναι στυπτικές ουσίες που έχουν συνδεθεί με την μείωση της καρδιοπάθειας και του καρκίνου.  Βρίσκονται σε ποικιλία τσαγιών, συμπεριλαμβανομένου και του πράσινου τσαγιού, φρούτα και όσπρια.

Επίκουρο

Αυτό που ενισχύει τη δράση ενός φαρμάκου, π.χ. το αφέψημα της φιλιπέντουλας αυξάνει, σε περίπτωση ρευματισμών, την αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας.

Επίφυτο

Το φυτό που ζει πάνω σε άλλο φυτό.

Επουλωτικό

Μία ουσία που προάγει την επούλωση των πληγών.

Ερμαφρόδιτο (φυτό)

Αυτό που τα άνθη του έχουν και αρσενικά και θηλυκά όργανα.

Εσπεριτίνη

Η εσπερετίνη είναι ένα φλαβονοειδές που προέρχεται από την εσπεριδίνη, η οποία βρίσκεται στα εσπεριδοειδή.

Ετήσιο (φυτό)

Αυτό που ζει μόνο ένα χρόνο.

Ευφρασία [Euphrasia Officinalis]

Η ευφρασία έχει υψηλή περιεκτικότητα σε ιριδοειδή γλυκοσίδια, φλαβονοειδή, και ταννίνες.  Το φυτό έχει στυπτικές ιδιότητες που πιθανόν να αιτιολογούν την χρησιμότητά του σε τοπικές θεραπείες φλεγμονωδών καταστάσεων και την ικανότητά του να μειώνει τις βλεννώδεις εκκρίσεις.  Η ευφρασία χρησιμοποιείται για την βλεφαρίτιδα, επιπεφυκίτιδα,  και για ερεθισμένα μάτια.

Εφεδρίνη

Η εφεδρίνη παραλαμβάνεται από το Ephedra sinica και άλλα σχετικά είδη. Το φυσικό προϊόν είναι η L-εφεδρίνη, η οποία είναι δυνατόν επίσης να παρασκευασθεί από 1-υδροξύ-1-φαινυλακετόνη και μεθυλαμίνη. Η 1-υδροξύ-1-φαινυλακετόνη προέρχεται από τη ζύμωση της βενζαλδεϋδης με μαγιά μπύρας.

Εφιδρωτικό

Μία ουσία που προκαλεί έκκριση ιδρώτα.

Ζ

Ζάλη
Είναι ένα αίσθημα αστάθειας και κινήσεως εντός της κεφαλής. Διαταραγμένη αίσθηση των σχέσεων στο χώρο. Εσφαλμένο συνώνυμο του ιλίγγου.
Ζεαξανθίνη

Η ζεαξανθίνη είναι μία από τις 600 φυσικές γνωστές καροτίνες.   Η ζεαξανθίνη είναι μία από τις δύο καροτίνες που περιέχονται στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του οφθαλμού.  Στην κεντρική κηλίδα, η ζεαξανθίνη είναι το κυρίαρχο συστατικό, ενώ στον περιφερειακό αμφιβληστροειδή, επικρατεί η λουτεΐνη.

Η

Ηλεκτρικό οξύ
Είναι ένα ενδιάμεσο προϊόν στο κύκλο του τρικαρβοξυλικού οξέος HOOCCH2 CH2 COOH.
Ηλεκτρικός
Ή Σουκινικός, οποιοδήποτε άλας ή εστέρας του ηλεκτρικού οξέος.
Ηλεκτρολύτης

Οι ηλεκτρολύτες είναι άλατα μετάλλων που, όταν διαλύονται σε νερό, διοχετεύουν ηλεκτρισμό.    Οι ηλεκτρολύτες βρίσκονται πάντα σε ζεύγη: ένα θετικά φορτισμένο μόριο όπως το νάτριο ή το κάλιο πάντα συνοδεύεται από ένα αρνητικά φορτισμένο μόριο όπως το χλωρίδιο.

Ηλεκτροχολίνη ή Σουκινυλοχολίνη
Χαλαρωτικό των σκελετικών μυών C14H30N2O4 χρησιμοποιούμενο υπό μορφή χλωριούχου άλατος.
Ημιαυτοφυές (φυτό)

Αυτό που συμπεριφέρεται σαν αυτοφυές (άγριο), ενώ αρχικά ήταν καλλιεργούμενο.

Θ

Θαλλός

Απλό φυτικό σώμα που δεν έχει διαφοροποιηθεί σε πραγματικά φύλλα, στέλεχος και ρίζα.

Θειαμίνη (Βιταμίνη B1)

Βλέπε Βιταμίνη Β1.

Θείο

Το θείο είναι ένα μέταλλο το οποίο, στην φύση, βρίσκεται ως καθαρό στοιχείο ή ως θειούχα και θειικά μέταλλα.  Είναι ένα απαραίτητο μέταλλο για την ζωή και βρίσκεται σε δύο αμινοξέα, την κυστεΐνη και την μεθειονίνη.  Περιέχεται επίσης σε όλα τα πολυπεπτίδια, πρωτεΐνες, και ένζυμα που περιέχουν αυτά τα αμινοξέα.  Η ομοκυστεΐνη και η ταυρίνη είναι άλλα οξέα που περιέχουν θείο τα οποία είναι παρόμοια σε δομή, αλλά που δεν κωδικοποιούνται από το DNA και δεν είναι μέρος της βασικής δομής των πρωτεϊνών.  Η γλουταθειόνη είναι ένα σημαντικό τριπεπτίδιο που περιέχει θείο.  Οι δισουλφιδικοί δεσμοί που δημιουργούνται μεταξύ καταλοίπων κυστεΐνης σε αλυσίδες πεπτιδίων είναι σημαντικοί στην συγκρότηση και στην δομή των πρωτεϊνών.  Αυτοί οι ισχυροί ομοιοπολικοί δεσμοί μεταξύ αλυσίδων πεπτιδίων κάνουν τις πρωτεΐνες ανθεκτικές και ελαστικές.  Για παράδειγμα, τα μαλλιά έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε δισουλφιδικούς δεσμούς που είναι εν μέρει υπεύθυνα για την ανθεκτικότητα των μαλλιών.

Θρεονίνη

Η θρεονίνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ και είναι πρόδρομος της γλυκίνης του εγκεφάλου.  Το σώμα χρειάζεται την θρεονίνη για σωστή πέψη, λειτουργία του εντερικού σωλήνα, και για την δημιουργία κολλαγόνου, ελαστίνης, και οδοντικής αδαμαντίνης.  Η θρεονίνη διασπάται σε γλυκόζη, και στα αμινοξέα γλυκίνησερίνη.  Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις θρεονίνης βρίσκονται στην καρδιά, στο κεντρικό νευρικό σύστημα, και στους σκελετικούς μυς. και

Θρομβοξάνες

Οι θρομβοξάνες είναι μέλη της οικογενείας των λιπιδίων γνωστές ως εικοσανοειδείς.  Οι θρομβοξάνες ονομάζονται έτσι για τον ρόλο της στην θρόμβωση.  Οι θρομβοξάνες είναι αγγειοσυστολείς και ισχυροί υπερτασικοί παράγοντες, και διευκολύνουν την συνάθροιση αιμοπεταλίων.

Οι κύριες θρομβοξάνες είναι η θρομβοξάνη Α2 και η θρομβοξάνη Β2.  Τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα παράγουν την θρομβοξάνη-Β3 που έχει αντιθρομβωτική και αγγειοδιασταλτική δράση.  Ωστόσο τα ωμέγα-6 λιπαρά οξέα παράγουν θροβοξάνη-Β2.  Εάν γίνει η θρομβοξάνη-Β2 κυρίαρχη, τότε θα δημιουργηθούν θρόμβοι και θα προκληθεί αγγειοσυστολή.

Θρυψίνη

Η θρυψίνη είναι ένα ένζυμο της τάξεως των υδρολασών που βρίσκεται στο πεπτικό σύστημα όπου διασπά τις πρωτεΐνες.  Η θρυψίνη εκκρίνεται από το πάγκρεας στην ανενεργό του μορφή, το θρυψινογόνο.  Το θρυψινογόνο μετατρέπεται στην ενεργή του μορφή στο δωδεκαδάκτυλο όπου δρα στην υδρόλυση των πρωτεϊνών σε μικρότερα πεπτίδια ή αμινοξέα.  Η θρυψίνη κυρίως διασπά πεπτιδικές αλυσίδες των καρβοξυλικών ομάδων των αμινοξέων λυσίνης και αργινίνης.

Συμπληρώματα θρυψίνης χρησιμοποιούνται για ελκώσεις, αποστήματα, διαπυήσεις, αιματώματα, συρίγγια, έλκη κατακλίσεως, χειρουργικό καθαρισμό νεκρωτικών πληγών, επιτάχυνση επούλωσης πληγών, φλεγμονές, και φλεγμονώδη οιδήματα.  Η θρυψίνη επίσης χρησιμοποιείται ως επικουρικός παράγοντας στην θεραπεία της μηνιγγίτιδας.  

Ι

Ινοσιτόλη

Η ινοσιτόλη λειτουργεί άμεσα με την χολίνη.  Είναι κυρίαρχο συστατικό των κυτταρικών μεμβρανών.  Η ινοσιτόλη υπάρχει στις κυτταρικές μεμβράνες ως φωσφατιδυλοϊνοσιτόλη.  Παρόλο που η ινοσιτόλη δεν είναι απαραίτητο διατροφικό στοιχείο στην ανθρώπινη διατροφή, ασκεί ορισμένα ευεργετικά οφέλη, ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις ασθενειών του ήπατος, κατάθλιψης, και διαβήτη.

Η ινοσιτόλη, όπως η χολίνη, προάγει την εξαγωγή του λίπους από το ήπαρ.  Η επίδραση αυτή είναι σημαντική για την υγεία του ήπατος διότι η αποτελμάτωση του λίπους και της χολής συνδέονται με την ανάπτυξη σοβαρών διαταραχών του ήπατος όπως η κίρρωση.  Η ινοσιτόλη είναι επίσης απαραίτητη για την σωστή λειτουργία των νεύρων, του εγκεφάλου και των μυών.

Η ινοσιτόλη υπάρχει κυρίως ως συστατικό φυτικής ίνας γνωστής ως φυτικό οξύ.  Η δράση των βακτηρίων του εντέρου απελευθερώνει την ινοσιτόλη από το φυτικό οξύ.  Το φυτικό οξύ επιδεικνύει εντυπωσιακές αντικαρκινικές επιδράσεις και μπορεί να είναι ένας από τις κύριες αιτίες που η διατροφή υψηλή σε διατροφικές ίνες προστατεύει από τόσους πολλούς τύπους καρκίνου.

Η ινοσιτόλη είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη της τρίχας.  Η βιταμίνη αυτή έχει ηρεμιστική δράση και βοηθά στην μείωση επιπέδων της χοληστερίνης.  Βοηθά στην αποτροπή της σκλήρυνσης των αρτηριών και είναι σημαντική στον σχηματισμό της λεκιθίνης και στον μεταβολισμό των λιπών και της χοληστερόλης.  Επίσης, βοηθά στην αποβολή των λιπών από το ήπαρ.  Ανεπάρκειά της μπορεί να οδηγήσει σε αρτηριοσκλήρωση, δυσκοιλιότητα, απώλεια μαλλιών, υψηλά επίπεδα χοληστερόλης, ερεθιστικότητα, εναλλαγές διαθέσεως, και δερματικά εξανθήματα.  Οι έρευνες δείχνουν ότι υψηλές δόσεις ινοσιτόλης μπορούν να βοηθήσουν στην θεραπεία της κατάθλιψης, ψυχαναγκαστικές διαταραχές, και διαταραχές άγχους, δίχως τις παρενέργειες των συνταγογραφούμενων φαρμάκων.

Ινουλίνες

Οι ινουλίνες, που υπάρχουν σε πολλά είδη φυτών, απαρτίζονται από κοντές αλυσίδες μορίων φρουκτόζης.  Οι ινουλίνες είναι μία ομάδα από πολυσακχαρίτες (αρκετά απλά σάκχαρα συνδεδεμένα μεταξύ τους) που ονομάζονται φρουκτάνες.  Η ινουλίνη χρησιμοποιείται από κάποια φυτά για την συσσώρευση ενέργειας και συνήθως βρίσκεται στις ρίζες ή στα ριζώματα.  Τα περισσότερα φυτά που συνθέτουν και αποθηκεύουν την ινουλίνη, δεν αποθηκεύουν άλλες ύλες όπως το άμυλο.

Η κατανάλωση ινουλινών αυξάνει την απορρόφηση του ασβεστίου και πιθανώς και την απορρόφηση μαγνησίου, ενώ προάγει τα βακτήρια του εντέρου.  Διατροφικά, οι ινουλίνες θεωρούνται μία μορφή διαλυτών ινών.  Η ινουλίνη έχει ελάχιστη επίπτωση στο σάκχαρο του αίματος, πράγμα που το καθιστά γενικώς κατάλληλο για διαβητικούς και πιθανόν αρωγός στην διαχείριση ασθενειών που σχετίζονται με το σάκχαρο του αίματος.

Ινσουλίνη

Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι η μειωμένη ικανότητα της ινσουλίνης να ρυθμίσει τον μεταβολισμό της γλυκόζης.  Λιπώδη, μυϊκά, και ηπατικά κύτταρα είναι ανήμπορα να αντιδράσουν φυσιολογικά στην ινσουλίνη.  Η αντίσταση στην ινσουλίνη στα λιπώδη κύτταρα έχει σαν αποτέλεσμα την υδρόλυση των αποθηκευμένων τριγλυκεριδίων αυξάνοντας έτσι τα ελεύθερα λιπαρά οξέα στο πλάσμα του αίματος.  Η αντίσταση στην ινσουλίνη στα μυϊκά κύτταρα μειώνει την απορρόφηση της γλυκόζης και η αντίσταση στην ινσουλίνη στα ηπατικά κύτταρα μειώνει την αποθήκευση της γλυκόζης, που έχουν σαν αποτέλεσμα τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.  Τα υψηλά επίπεδα ινσουλίνης και γλυκόζης στο πλάσμα λόγω της αντίστασης στην ινσουλίνη συχνά οδηγούν σε μεταβολικό σύνδρομο (παχυσαρκία, υψηλή πίεση αίματος, και υπέρμετρα λιπίδια στο αίμα που όλα μαζί διπλασιάζουν ή και τριπλασιάζουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων) και διαβήτη τύπου ΙΙ.

Ιπποκαστανιά [Aesculus Hippocastanum]

Τα φυτοχημικά που υπάρχουν στο δέντρο της ιπποκαστανιάς χρησιμοποιούνται κυρίως για την θεραπεία της χρόνιας περιφερειακής φλεβικής ανεπάρκειας και στον χώρο των καλλυντικών για την θεραπεία άχαρων χαρακτηριστικών όπως η κυτταρίτιδα και η απώλεια μαλλιών.

Ισολευκίνη

Η ισολευκίνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ.  Είναι μία από τις τρεις διακλαδωμένες αλυσίδες αμινοξέων μαζί με την λευκίνη και την βαλίνη.  Οι διακλαδωμένες αλυσίδες αμινοξέων βρίσκονται σε περίπου 70% των σωματικών πρωτεϊνών.  Η ισολευκίνη εμπλέκεται στην ρύθμιση του σακχάρου του αίματος, στην ανάπτυξη και επιδιόρθωση των μυών, στην ρύθμιση της ενέργειας, στην ανάπτυξη της αιμοσφαιρίνης, και στην δημιουργία θρόμβων στο αίμα. 

Ισοφλαβόνες

Οι ισοφλαβόνες είναι μία ομάδα οργανικών ουσιών και βιομορίων συγγενικών με τα φλαβονοειδή, τα οποία έχουν την δυνατότητα να ασκούν επιδράσεις όπως τα οιστρογόνα.  Γι’ αυτό το λόγο κατηγοριοποιούνται ως φυτοοιστρογόνα. 

Η χημική δομή των ισοφλαβονών είναι παρόμοια με αυτή του δικού μας οιστρογόνου.  Εξ αιτίας αυτή της ομοιότητας στη δομή, μπορούν να παρεμβαίνουν στην δράση των οιστρογόνων.  Ανάλογα με τον τύπο του υποδοχέα του οιστρογόνου στα κύτταρα, οι ισοφλαβόνες μπορούν να μειώσουν ή να ενεργοποιήσουν την δράση των οιστρογόνων.  Οι ισοφλαβόνες έχουν την ικανότητα να ανταγωνιστούν με το οιστρογόνο για τον ίδιο υποδοχέα στα κύτταρα μειώνοντας έτσι τους κινδύνους που ενέχονται με τα περίσσεια οιστρογόνα.  Επίσης, μπορούν να αυξήσουν την δράση των οιστρογόνων.  Εάν κατά την διάρκεια της εμμηνόπαυσης τα επίπεδα των οιστρογόνων μειωθεί, οι ισοφλαβόνες μπορούν να τα αντισταθμίσουν δεσμεύοντας τον ίδιο υποδοχέα, πράγμα που έχει σαν συνέπεια να ελαφρύνουν τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης.

Ιστιδίνη

Η ιστιδίνη, ένα από τα απαραίτητα αμινοξέα και είναι απαραίτητη σε μεγάλες ποσότητες σε βρέφη.  Η ιστιδίνη είναι απαραίτητη για την διατήρηση των ελύτρων μυελίνης των νεύρων, για την ανάπτυξη και επιδιόρθωση των ιστών, έχει αγγειοδιασταλτικές και ήπιες αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.  Ο νευροδιαβιβαστής ισταμίνη παράγεται από την ιστιδίνη.  Χρειάζεται επίσης για την κατασκευή των ερυθρών και λευκών αιμοσφαιρίων, και βοηθά στην προστασία του σώματος από ζημίες που προκαλούνται από την ακτινοβολία.  Στο στομάχι, η ιστιδίνη βοηθά στην παραγωγή γαστρικών υγρών.

Η ιστιδίνη βοηθά στην ανακούφιση από τον πόνο από την ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι χηλιωτής τοξικών μετάλλων από το σώμα.  Η ιστιδίνη πρέπει να λαμβάνεται πάντα με βιταμίνη C.

Ιτιά [Salix Alba]

Ο Ιπποκράτης αναφέρει μία πικρή σκόνη που εξάγεται από τον φλοιό της ιτιάς που μπορεί να ανακουφίσει από άλγη και πόνους και μειώνει τον πυρετό.  Ο φλοιός της ιτιάς περιέχει σαλικυλικά και χρησιμοποιείται ως φυσικό εναλλακτικό της ασπιρίνης για την ανακούφιση από πόνους (πονοκεφάλους, αρθρίτιδα, μικρές κακώσεις), για την μείωση του πυρετού, και ως αντιφλεγμονώδες δίχως τις παρενέργειες που προκαλούνται από την ασπιρίνη (γαστρική ή εντερική διαταραχή ή αιμορραγία).

Ιχνομέταλλα

Τα ιχνομέταλλα είναι απαραίτητα διατροφικά στοιχεία που βρίσκονται στο ανθρώπινο σώμα σε σχετικά μικρές ποσότητες.  Η σπουδαιότητα τους είναι εξίσου σημαντική με τα υπόλοιπα διατροφικά στοιχεία καθότι κάθε ιχνομέταλλο επιτελεί ζωτικό ρόλο στο σώμα.  Τα ιχνομέταλλα συμπεριλαμβάνουν τον σίδηρο, ψευδάργυρο, το ιώδιο, σελήνιο, χαλκό, μαγγάνιο, φθόριο, χρώμιο, και μολυβδαίνιο.

Ιώδιο

Το ιώδιο είναι ένα ιχνομέταλλο που απαιτείται για την κατασκευή των θυρεοειδών ορμονών.  Ο θυρεοειδής αδένας προσθέτει ιώδιο στο αμινοξύ τυροσίνη για να δημιουργήσει τις θυρεοειδείς ορμόνες που ρυθμίζουν την θερμοκρασία του σώματος, τον μεταβολικό ρυθμό, την αναπαραγωγή, την ανάπτυξη, την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων, την λειτουργία των νεύρων και των μυών, και άλλα.  Ελέγχοντας τον ρυθμό που τα κύτταρα χρησιμοποιούν οξυγόνο, αυτές οι ορμόνες επηρεάζουν την ποσότητα ενέργειας που απελευθερώνεται κατά την διάρκεια του βασικού μεταβολισμού.

Κ

Καθαρτικό

Αυτό που καθαρίζει τον οργανισμό.

Κάλαμος [Acorus Calamus L.]

Η κάλαμος έχει χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα στην Δύση ως βότανο για την αποτελεσματική ανακούφιση από πεπτικά προβλήματα όπως φουσκώματα, τυμπανισμούς, και ασθενικές πεπτικές λειτουργίες.  Η κάλαμος βοηθά και ανακουφίζει από στομαχικά αέρια και ενοχλήσεις του στομάχου, και αντιμετωπίζει έντονους πονοκεφάλους που οφείλονται σε ασθενή πέψη.  Επίσης, η κάλαμος έχει αντιβακτηριδιακή δράση.

Κάλιο

Το κάλιο είναι ένα στοιχείο και ένας ηλεκτρολύτης που είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη και συντήρηση του σώματος.  Είναι απαραίτητο να διατηρείται η φυσιολογική ισορροπία μεταξύ των κυττάρων και των υγρών του σώματος.  Το κάλιο επίσης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αντίδραση των νεύρων σε διέγερση και στην σύσπαση των μυών.  Τα κυτταρικά ένζυμα χρειάζονται κάλιο για την σωστή τους λειτουργία.

Το κάλιο είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός ηλεκτρολύτης που λειτουργεί στην διατήρηση της ισορροπίας και κατανομής ύδατος, την οξεοβασική ισορροπία, την λειτουργία των μυϊκών και νευρικών κυττάρων, της καρδιάς, των νεφρών και των επινεφριδίων.

Κάλυκας

Το εξωτερικό περίβλημα από σέπαλα, που μπορεί να είναι χωριστά ή ενωμένα, και έχουν σαν προορισμό την προστασία των ανθέων.

Καμφερόλη

Η καμφερόλη είναι ένα φυσικό φλαβονοειδές που έχει απομονωθεί από το τσάι, το μπρόκολο, το γκρέιπφρουτ, και άλλες φυτικές πηγές.  Η κατανάλωση καμφερόλης στο τσάι και στο μπρόκολο έχει συνδεθεί με τις μειωμένες πιθανότητες καρδιοπάθειας.

Κανέλλα [Cinnamomum Zeylanicum]

Ο φλοιός του δέντρου της κανέλλας χρησιμοποιείται ευρέως ως καρύκευμα.  Ως φάρμακο, λειτουργεί όπως όλα τα υπόλοιπα πτητικά έλαια.  Η κανέλλα έχει χρησιμοποιηθεί ως θεραπεία για κοινά κρυολογήματα, για την αντιμετώπιση της διάρροιας και άλλων προβλημάτων του πεπτικού συστήματος, για πονόδοντο και για την αντιμετώπιση της κακοσμίας της αναπνοής.  Τα αιθέρια έλαια της κανέλλας επίσης έχουν αντιμικροβιακές ιδιότητες πράγμα που βοηθά στην συντήρηση ορισμένων τροφίμων.

Καπρυλικό Οξύ

Το καπρυλικό οξύ είναι η κοινή ονομασία για το οκτανοϊκό οξύ, ένα λιπαρό οξύ οκτώ ανθράκων σε ευθεία αλυσίδα.  Στην φύση, βρίσκεται στην καρύδα και στο μητρικό γάλα.

Το καπρυλικό οξύ έχει αντιμυκητιασική δράση και διευκολύνει το επίπεδο της φιλικής μικροχλωρίδας του εντέρου.

Κάρβι [Carum Carvi]

Το κάρβι είναι ακόμα ένα μέλος της ομάδος των αρωματικών σκιαδανθών φυτών που χαρακτηρίζονται από ανακουφιστικές από τον μετεωρισμό ιδιότητες, όπως το άνισο, ο άνηθος και το μάραθο.  Ωστόσο, καλλιεργείται περισσότερο ως καρύκευμα στην μαγειρική, ζαχαροπλαστική και στα λικέρ παρά για τις φαρμακευτικές ιδιότητες των σπόρων του.

Το κάρβι ανακουφίζει από συμπτώματα φουσκωμάτων και αερίων.  Έχει αντισπασμωδική δράση.

Κάρβουνο, Οργανικό

Το οργανικό κάρβουνο είναι ενεργοποιημένο κάρβουνο που απορροφά τα αέρια που δημιουργούνται από την χλωρίδα του εντέρου.  Είναι μία φυσική θεραπεία που χρησιμοποιείται για την θεραπεία δυσπεψίας, αερίων, στομαχικής καούρας, τυμπανισμών, διάρροιας.  Επιπλέον, απορροφά τις τοξίνες του πεπτικού σωλήνα ανακουφίζοντας από πόνους.

Κάρδαμο [Elettaria Cardamomium]

Το κάρδαμο είναι ένα από τα παλαιότερα καρυκεύματα στον κόσμο.  Ιατρικά, χρησιμοποιείται για πεπτικές διαταραχές.   Ενεργοποιεί την πέψη και είναι χρησιμοποιείται για το στομαχικό βάρος.

Καρδιόμορφα (φύλλα)

Αυτά που έχουν σχήμα καρδιάς.

Καρδιοτονωτικό

Μία ουσία που δρα ευεργετικά στην λειτουργία της καρδιάς.

Καρνιτίνη

Η καρνιτίνη είναι ένα μη-απαραίτητα αμινοξύ και βιοσυντίθεται στο σώμα από τα αμινοξέα λυσίνη ή μεθειονίνη πρωταρχικά στο ήπαρ και στα νεφρά.  Η βιταμίνη C είναι απαραίτητη στην σύνθεση της καρνιτίνης.  Η καρνιτίνη είναι απαραίτητη στην μεταφορά των λιπαρών οξέων μακράς αλυσίδας μέσα στα κύτταρα όπου τα λίπη μπορούν να μετατραπούν σε ενέργεια.  Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις της καρνιτίνης βρίσκονται στα κόκκινα κρέατα και στα γαλακτοκομικά προϊόντα.  Άλλες φυσικές πηγές της καρνιτίνης συμπεριλαμβάνουν ξηρούς καρπούς και σπόρους, όσπρια, λαχανικά, φρούτα, δημητριακά, φλοιό σιταριού και έμβρυο σιταριού.

Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η καρνιτίνη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην μετατροπή του αποθηκευμένου λίπους σε ενέργεια, στην διέγερση της καρδιάς, στην μείωση των κρίσεων άγχους, στην ρύθμιση της υπογλυκαιμίας, και είναι ευεργετικό στον διαβήτη.  Εάν η καρνιτίνη απουσιάζει ή είναι ανεπαρκής, πολλά λίπη δεν μπορούν να καούν.  Τα λίπη συσσωρεύονται μέσα στο κύτταρο και στο κυκλοφορικό σύστημα ως τριγλυκερίδια και χοληστερόλη.  Η φυσιολογική καρδιακή λειτουργία εξαρτάται από επαρκείς ποσότητες καρνιτίνης.  Σε ασθενείς με ουραιμία ή νεφροπάθεια, η καρνιτίνη μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο της αθηροσκλήρωσης και της στεφανιαίας νόσου της καρδία.

Η χορήγηση καρνιτίνης δεν περιορίζεται μόνο για ανθρώπους με καρδιοαγγειακά προβλήματα.  Η αποτελεσματική χρησιμοποίηση των λιπαρών οξέων από την καρδιά και τους σκελετικού μύες εξαρτάται από επαρκείς ποσότητες καρνιτίνης.

Όταν η καρνιτίνη συνδυαστεί με το συνένζυμο Q10 , λειτουργούν με συνέργεια.

Καρνοσίνη

Η καρνοσίνη είναι ένα διπεπτίδιο που συντίθεται από τα αμινοξέα βήτα-αλανίνη και την ιστιδίνη.  Βρίσκεται σε υψηλές συγκεντρώσεις στους σκελετικούς μύες, στον μυ της καρδιάς, και στους νευρικούς και εγκεφαλικούς ιστούς.  Η καρνοσίνη έχει αποδειχτεί ότι έχει ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες.  Η καρνοσίνη μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως νευροδιαβιβαστής.  Η καρνοσίνη παράγει νιτρικό οξύ καλύτερα από την αργινίνη.

Η καρνοσίνη δρα σαν προστάτης του pH του σώματος και προστατεύει τις μεμβράνες των μυϊκών κυττάρων από την οξείδωση κάτω από τις ιδιαίτερα όξινες συνθήκες που δημιουργεί η μυϊκή λειτουργία.

Καρνοσίνη

Η Καρνοσίνη είναι ένα διπεπτίδιο μόριο, που αποτελείται από τα αμινοξέα βήτα-αλανίνης και ιστιδίνης. Παρατηρείται υψηλή συγκέντρωση στους μύες και στους εγκεφαλικούς ιστούς.

Έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να εξουδετερώσει αντιδραστικά είδη οξυγόνου (ROS), καθώς και α, β-ακόρεστες αλδεϋδες, οι οποίες σχηματίζονται από την υπεροξείδωση των κυτταρικών μεμβρανών των λιπαρών οξέων κατά την διάρκεια του οξειδωτικού στρες. Η καρνοσίνη είναι επίσης ένα διπολικό ιόν, ένα ουδέτερο μόριο με ένα θετικό και αρνητικό άκρο.

Καροτίνες

Οι καροτίνες αντιπροσωπεύουν την πιο διαδεδομένη ομάδα φυσικών χρωστικών ουσιών που συναντάμε στην φύση.  Είναι ομάδα έντονα χρωματισμένων (κόκκινο και κίτρινο) λιποδιαλυτών ουσιών.  Όλοι οι οργανισμοί που μετατρέπουν τις ακτίνες του ηλίου σε χημική ενέργεια μέσω της φωτοσύνθεσης το επιτυγχάνουν με την βοήθεια των καροτινών.  Εκτός από τον ρόλο αυτών των ουσιών στην διαδικασία της φωτοσύνθεσης, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία του οργανισμού ή του φυτού έναντι των τεράστιων ποσοτήτων ελεύθερων ριζών που παράγονται κατά την διάρκεια της φωτοσύνθεσης.

Κατεχίνες

Οι κατεχίνες είναι φλαβονοειδείς φυτοχημικές ουσίες που εμφανίζονται κυρίαρχα στο πράσινο τσάι.  Μικρότερες ποσότητες κατεχινών υπάρχουν στο μαύρο τσάι, στα σταφύλια, στο κρασί, και στη σοκολάτα.  Τέσσερεις πολυφαινολικές κατεχίνες εμπεριέχονται στο πράσινο τσάι: γαλλοκατεχίνη, επιγαλλοκατεχίνη, επικατεχίνη, και επιγαλλοκατεχίνη γαλλικού εστέρα.

Κερκετίνη

Η κερκετίνη θεωρείται το κύριο διατροφικό φλαβονοειδές.  Υψηλή βρώση τροφίμων με περιεκτικότητα σε κερκετίνη σχετίζονται με μειωμένες πιθανότητες για άσθμα, μειωμένη θνησιμότητα από καρδιοπάθεια, και μειωμένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα.

Κετόνες

Οι κετόνες, ή κετονικά σώματα, δημιουργούνται ως υποπροϊόντα όταν τα λιπαρά οξέα διασπώνται για ενέργεια.  Η ακετόνη, το ακετοξεϊκό, και το βήτα-υδροξυβουτυρικό είναι κετόνες που δημιουργούνται από υδατάνθρακες, λιπαρά οξέα, και αμινοξέα.  Οι κετόνες είναι αυξημένες στο αίμα μετά από νηστεία συμπεριλαμβανομένου και του νυχτερινού ύπνου, και στο αίμα αλλά και στα ούρα κατά την διάρκεια ασιτίας, στην υπογλυκαιμία από άλλες αιτίες εκτός του υπερινσουλινισμού, σε διάφορα ενδογενή μεταβολικά σφάλματα, και στην κετοξέωση (συνήθως λόγω σακχαρώδη διαβήτη).  Παρόλο που η κετοξέωση είναι χαρακτηριστική της ανεπαρκούς ή μη σωστής θεραπείας του διαβήτη τύπου Ι, η κέτωση ή και η κετοξέωση μπορούν να συμβούν και σε περιπτώσεις διαβήτη τύπου ΙΙ.  Το ακετοξεϊκό και το βήτα-υδροξυβουτυρικό είναι σημαντικές πηγές ενέργειας για πολλούς ιστούς, ιδιαιτέρως κατά την διάρκεια νηστείας ή ασιτίας.  Ιδιαιτέρως ο εγκέφαλος στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε κετονικά σώματα ως υποστρώματα της σύνθεσης λιπιδίων και για ενέργεια κατά την διάρκεια μειωμένης λήψης τροφής.

Κεφάλιο (είδος ταξιανθίας)

Ομάδα μικρών φυτών που αναπτύσσεται πάνω σε μια κοινή ανθοδόχη (παράδειγμα το άνθος του χαμομηλιού).

Κινέζικη Κόκκινη Μαγιά [Monascus Purpureus]

Η Κινέζικη κόκκινη μαγιά είναι ένας μύκητας που είναι εξαιρετικά σημαντικός λόγω της χρήσεώς του, στην μορφή του ρυζιού κόκκινης μαγιάς, στην παραγωγή ορισμένων τροφίμων που έχουν υποστεί ζύμωση στην Άπω Ανατολή (ιδιαιτέρως στην Κίνα και στην Ιαπωνία).  Ωστόσο, πρόσφατες ανακαλύψεις των στατινών που μειώνουν την χοληστερόλη και που παράγονται στην μούχλα της ζύμωσης έχει προτρέψει έρευνες για τις πιθανές ιατρικές εφαρμογές.

Το ρύζι κόκκινης μαγιάς έχει χρησιμοποιηθεί στην παραδοσιακή Κινέζικη βοτανολογία και στην παραδοσιακή Κινέζικη ιατρική.

Κινόνη

Οποιοδήποτε βενζολικό παράγωγο, στο οποίο δύο άτομα υδρογόνου έχουν αντικατασταθεί από δύο άτομα οξυγόνου.

Κιτρικό Οξύ

Το κιτρικό οξύ είναι ένα ασθενές οργανικό οξύ που βρίσκεται στα εσπεριδοειδή.  Στην βιοχημεία, είναι σημαντικό ως ένα ενδιάμεσο στον κύκλο του κιτρικού οξέος (κύκλος του Krebs – μία σειρά χημικών αντιδράσεων που καταλύονται από ένζυμα και που είναι πρωταρχικής σημασίας για όλα τα ζώντα κύτταρα που χρησιμοποιούν το οξυγόνο ως μέρος της κυτταρικής αναπνοής) και συνεπώς υπάρχει στον μεταβολισμό όλων των ζώντων οργανισμών.  Επίσης, λειτουργεί και ως αντιοξειδωτικό.  Είναι ένα φυσικό συντηρητικό και χρησιμοποιείται για την προσθήκη μία όξινης γεύσης στην τροφή.

Το κιτρικό οξύ υπάρχει σε ποικιλία φρούτων και λαχανικών, αλλά είναι πιο συμπυκνωμένο στα λεμόνια και γλυκολέμονα. 

Το άλας του κιτρικού οξέος είναι μία μορφή κιτρικού οξέος.  Επειδή το κιτρικό οξύ είναι ένα οξύ πολλαπλών λειτουργιών, υπάρχουν ενδιάμεσα ιόντα – κιτρικό υδρογόνο και κιτρικό διϋδρογόνο – τα οποία επίσης σχηματίζουν άλατα, που ονομάζονται όξινα άλατα.

Κίτρινη Μαργαρίτα [Calendula Officinalis]

Η κίτρινη μαργαρίτα έχει χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία δερματικών διαταραχών και πόνων, και ως βακτηριοκτόνο, αντισηπτικό και αντιφλεγμονώδες.  Τα πέταλα και η γύρη περιέχουν τριτερπνοειδείς εστέρες (αντιφλεγμονώδες) και τις καροτίνες φλαβοξανθίνη και χρυσοξανθίνη (αντιοξειδωτικά και η πηγή του κίτρινου-πορτοκαλί χρώματος).  Τα φύλλα και τα κοτσάνια περιέχουν άλλες καροτίνες, λουτεΐνη, ζεαξανθίνη, και βήτα καροτίνη.

Κιτρουλλίνη

Η κιτρουλλίνη είναι ένα αμινοξύ.  Παρόλο που η κιτρουλλίνη δεν κωδικοποιείται άμεσα από το DNA, είναι γνωστό ότι αρκετές πρωτεΐνες συμπεριλαμβάνουν κιτρουλλίνη ως αποτέλεσμα μιας μετα-μεταφραστικής τροποποίησης.   Οι πρωτεΐνες που φυσιολογικά έχουν υπόλοιπα κιτρουλλίνης συμπεριλαμβάνουν την βασική πρωτεΐνη της μυελίνης, την φιλλαγκρίνη, και αρκετές ιστόνες, ενώ άλλες πρωτεΐνες, όπως η φιμπρίνη και η βιμεντίνη είναι ευάλωτες στην κιτρουλλίνωση κατά την διάρκεια κυτταρικού θανάτου και φλεγμονής των ιστών.  Ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα συχνά αναπτύσσουν μία αντίδραση του ανοσοποιητικού στις πρωτεΐνες που περιέχουν κιτρουλλίνη.  Παρόλο που η προέλευση αυτής της αντίδρασης του ανοσοποιητικού δεν είναι γνωστή, ο εντοπισμός των αντισωμάτων αντιδραστικά στις πρωτεΐνες ή στα πεπτίδια που περιέχουν κιτρουλλίνη είναι μία σημαντική βοήθεια για την διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Κιτρουλλίνωση

Η κιτρουλλίνωση είναι η μετα-μεταφραστική τροποποίηση του αμινοξέος αργινίνη μίας πρωτεΐνης στο αμινοξύ κιτρουλλίνη.  Η μετατροπή της αργινίνης σε κιτρουλλίνη μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην δομή και στην λειτουργία των πρωτεϊνών.

Κιχώριο [Cichorium Intybus]

Τα φύλλα και η ρίζα του κιχώριου περιέχουν μία πικρή ουσία και 20-50% ινουλίνες.

Η πικρή ουσία της ρίζας του κιχώριου θεωρείται ευεργετική για τους αδένες του πεπτικού συστήματος και μειώνει τα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα.  Η ρίζα του κιχώριου έχει χρησιμοποιηθεί ως τονωτικό που ενισχύει τις λειτουργίες των νεφρών και των ουροποιητικών οργάνων.  Το βότανο έχει επίσης χρησιμοποιηθεί ως ήπιο καθαρτικό.  Η εξωτερική του χρήση θεωρείται ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες για δερματικές πληγές, οιδήματα, αιμορροΐδες, και εγκαύματα.

Κοβαλαμίνη (Βιταμίνη Β12)

Βλέπε Βιταμίνη Β12.

Κολλαγόνο

Το κολλαγόνο είναι η δομική πρωτεΐνη από την οποία αποτελούνται οι συνδετικοί ιστοί όπως ουλές, τένοντες, σύνδεσμοι, και είναι η βάση κατασκευής των οστών και τα δοντιών.

Μία ακατέργαστη μορφή κολλαγόνου είχε χρησιμοποιηθεί τον 190 αιώνα για την υποστήριξη της λειτουργίας των συνδέσμων. 

Είναι μία πρωτεΐνη χαμηλού μοριακού βάρους.

Κολλαγόνο Τύπου II

Το κολλαγόνο τύπου II είναι η βάση των αρθρικών χόνδρων και υαλοειδών χόνδρων.  Αποτελεί το 50% της πρωτεΐνης των χόνδρων και το 85-90% του κολλαγόνου στους αρθρικούς χόνδρους.

Μελέτες έδειξαν ότι το κολλαγόνο τύπου II διεγείρει το ανοσοποιητικό σύστημα στο να παράγει το δικό του κολλαγόνο και συνδετικό ιστό. 

Το κολλαγόνο τύπου II ανακουφίζει τα συμπτώματα από αρθριτικά και από ρευματικές παθήσεις.

Κομμιφόρος [Commiphora Mukul]

Η κομμεορητίνη της κομμιφόρου περιέχει βιοενεργά τερπενοειδή και φυτοστερόλες (guggulusteroids) που έχουν χρησιμοποιηθεί στην θεραπεία των φλεγμονών, της παχυσαρκίας, και των ανωμαλιών των λιπιδίων.  Η φυτοστερόλη guggulsterone της κομμεοφόρου θεωρείται ότι επηρεάζει την παραγωγή χοληστερόλης στους ανθρώπους.

Κορεσμένα Λιπαρά Οξέα

Κορεσμένα λιπαρά οξέα είναι τα λιπαρά οξέα που διαθέτουν τον μέγιστο δυνατό αριθμό ατόμων υδρογόνου.  Ένα κορεσμένο λίπος αποτελείται από τριγλυκερίδια στα οποία τα περισσότερα από τα λιπαρά οξέα είναι κορεσμένα.

Κόρυμβος (είδος ταξιανθίας)

Τα άνθη αναπτύσσονται από διάφορα μέρη βλαστού και οι ποδίσκοι των κατώτερων ανθέων είναι μακρύτεροι, έτσι ώστε τελικώς όλα τα άνθη να βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο.

Κουρκούμη [Curcuma Longa]

Η κουρκούμη είναι ένα παλαιό καρύκευμα, γηγενές της Νοτιοανατολικής Ασίας.  Μόνο πρόσφατα οι επιστήμονες της Δύσης έχουν αυξανόμενα αναγνωρίσει τις φαρμακευτικές ιδιότητες της κουρκούμης.  Η κουρκουμίνη είναι η κύρια βιολογικά ενεργή φυτοχημική ένωση της κουρκούμης.  Οι ιδιότητες που αποδίδονται στην κουρκούμη είναι αντιφλεγμονώδεις, αντικαρκινογόνες, αντιοξειδωτικές, αντιιογενείς, αντιμικροβιακές, και αντιπαρασιτικές.

Κράταιγος [Crataegus Oxycantha]

Πολλές θεραπευτικές ιδιότητες έχουν αποδοθεί στον κράταιγο: καρδιοτονωτικό, δράση σταθεροποίησης του κολλαγόνου, σταυροσυνδέει τις ίνες κολλαγόνου, βελτιώνει τον καρδιακό μεταβολισμό, βελτιώνει την στεφανιαία κυκλοφορία διαστέλλοντας τα στεφανιαία αγγεία, αυξάνει και διατηρεί την δράση των αρτηριδίων με κύρια επίδραση στο μυοκάρδιο, αυξάνει τον ενζυμικό μεταβολισμό του καρδιακού μυ, αυξάνει τα ενδοκυττάρια επίπεδα της βιταμίνη C και την σταθεροποιεί, αυξάνει την χρήση οξυγόνου από την καρδιά, αναστέλλει τα ένζυμα που μεταβάλλουν την ορμόνη αγγειοτενσίνη, αυξάνει τα επίπεδα του cAMP αναστέλλοντας τα καταλύοντα ένζυμα, αναστέλλει την ενζυματική διάσπαση από ένζυμα που εκκρίνονται από λευκοκύτταρα κατά την διάρκεια φλεγμονής, αποτρέπει ζημιές από ελεύθερες ρίζες, αποτρέπει την έκκριση και σύνθεση ενώσεων που προάγουν την φλεγμονή (ισταμίνη, προσταγλανδίνες, λευκοτριένια), ρυθμίζει την κατανομή του καρδιακού ρυθμού, αποκαθιστά το μυοκάρδιο, και εξισορροπεί το κυκλοφορικό σύστημα σε περιόδους στρες.

Ο κράταιγος χρησιμοποιείται για αθηροσκλήρωση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση και ρευματοειδή αρθρίτιδα, μεταξύ άλλων.

Κρεατίνη

Η κρεατίνη είναι ένα αζωτούχο οργανικό οξύ που βρίσκεται φυσιολογικά στα σπονδυλωτά και βοηθά στον εφοδιασμό ενέργειας στους μυς και στα νευρικά κύτταρα.  Η κρεατίνη σχηματίζεται στο ήπαρ, στα νεφρά, και στο πάγκρεας, ξεκινώντας με τον συνδυασμό των αμινοξέων αργινίνη και γλυκίνη.  Για να βελτιστοποιηθεί η ενδογενής παραγωγή της κρεατίνης, τα αμινοξέα αργινίνη, γλυκίνη, και μεθειονίνη πρέπει να είναι διαθέσιμα ως υποστρώματα.  Τα επίπεδα ορού κρεατίνης έχουν θετικά συσχετιστεί με τα επίπεδα πλάσματος ομοκυστεΐνης (δηλαδή όσο αυξάνοντα τα επίπεδα κρεατίνης, τόσο αυξάνονται τα επίπεδα ομοκυστεϊνης)

Η κρεατίνη είναι σημαντικός παράγοντας για την ομοιόσταση του εγκεφάλου και είναι ευρέως γνωστή ως συμπλήρωμα για την αγωγή ανάπτυξης μυών.  Η χορήγηση συμπληρωμάτων έχει επίσης δείξει ότι ενισχύει την μνήμη και μελετάται για την θεραπεία νευρολογικών, νευρομυϊκών, και αθηροσκληρωτικών νόσων.

Κρυπτοξανθίνη

Η κρυπτοξανθίνη είναι μία φυσική χρωστική καροτίνη.  Στο ανθρώπινο σώμα, η κρυπτοξανθίνη μετατρέπεται σε βιταμίνη Α και συνεπώς θεωρείται προβιταμίνη Α.  Όπως και με τις υπόλοιπες καροτίνες, η κρυπτοξανθίνη είναι ένα  αντιοξειδωτικό και μπορεί να συμβάλλει στην πρόληψη ζημιών στα κύτταρα και στο DNA από τις ελεύθερες ρίζες.

Κυανιδίνες

Οι κυανιδίνες είναι οργανικές ενώσεις οι οποίες ταξινομούνται στα φλαβονοειδή και στις ανθοκυανίνες.  Είναι χρωστικές που βρίσκονται σε πολλά είδη μούρων, σταφύλια, μήλα, δαμάσκηνα, και κόκκινο λάχανο.  Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις κυανιδίνης βρίσκονται στον φλοιό των φρούτων.

Οι κυανιδίνες, όπως και οι ανθοκυανιδίνες, έχουν αντιοξειδωτική δράση και προστατεύουν τα κύτταρα από οξειδωτική ζημιά και μειώνουν τον κίνδυνο καρδιοπάθειας και καρκίνου.  Επίσης, μελέτες έχουν καταλήξει ότι οι κυανιδίνες μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη παχυσαρκίας και διαβήτη, και έχουν αντιφλεγμονώδη δράση.

Κυκλικό Αδενόσινο Μονοφωσφορικό Οξύ (κυκλικό AMP)

Το κυκλικό αδενόσινο μονοφωσφορικό οξύ (κυκλικό AMP) είναι ένα μόριο που είναι σημαντικό σε πολλές βιολογικές διαδικασίες και προέρχεται από την τριφωσφορική αδενοσίνη (ATP).  Το κυκλικό AMP είναι δευτερεύοντας αγγελιαφόρος που χρησιμοποιείται για την ενδοκυτταρική μεταγωγή σήματος όπως την μεταφορά των επιδράσεων ορμονών όπως το γλυκογόνο και η αδρεναλίνη, οι οποίες δεν μπορούν να διαπεράσουν την κυτταρική μεμβράνη.  Επίσης ρυθμίζει την διέλευση ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους ιόντων.

Κύμα (είδος ταξιανθίας)

Τα άνθη είναι κανονικά κατανεμημένα πάνω στο ανθικό στέλεχος και οι ποδίσκοι τους είναι όμοιοι σε μήκος.

Κυστεΐνη

Η κυστεΐνη θεωρείται κατά περίπτωση απαραίτητη, και είναι ένα από τα θειούχα αμινοξέα.  Η κυστεΐνη μπορεί να συντεθεί στο ήπαρ από την σερίνη και την μεθειονίνη και χρησιμεύει ως εναλλακτική πηγή ενέργειας.

Η κυστεΐνη δομεί πρωτεΐνες, όπως αυτές στα μαλλιά, και επίσης συμβάλλει στην εξουδετέρωση βλαβερών χημικών στο σώμα όπως της ακεταλδεΰδης (ενδιάμεσο προϊόν του μεταβολισμού της αλκοόλης) και των ελεύθερων ριζών που παράγονται από το κάπνισμα και την κατανάλωση αλκοόλ.  Η κυστεΐνη, εκτός από την αποτελεσματικότητά της στην αποτροπή των κατάλοιπων του αλκοόλ, εμποδίζει τις ζημιές στον εγκέφαλο και στο ήπαρ από την κατανάλωση αλκοόλ, και εμποδίζει ζημιές όπως εμφύσημα και καρκίνο από το κάπνισμα.  Η κυστεΐνη έχει βρεθεί ότι παρέχει κάποιο βαθμό προστασίας από την ακτινοβολία.

Κυστίνη

Η κυστίνη είναι ένα μη-απαραίτητο αμινοξύ και η σταθερή μορφή της κυστεΐνης.  Η κυστίνη είναι η κύρια θειούχα ένωση στην πρωτεΐνη και βοηθά στην διαμόρφωση του σχήματος των πρωτεϊνών.  Η κυστίνη είναι συστατικό του συνδετικού και σκελετικού ιστού, των πεπτικών ενζύμων, της ινσουλίνης, και της κερατίνης των μαλλιών.  Η κυστίνη βοηθά στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος αυξάνοντας την δραστηριότητα των λευκών αιμοσφαιρίων, είναι σημαντική για την ελαστικότητα και την υφή του δέρματος και μαζί με την κυστεΐνη είναι απαραίτητη για την υγεία του κολλαγόνου, και προστατεύει τον εγκέφαλο και το ήπαρ από ζημιές από το οινόπνευμα και τον καπνό του τσιγάρου.

Κυτταρινάση

Η κυτταρινάση αναφέρεται σε μία ομάδα ενζύμων που παράγονται κυρίως από μύκητες, βακτήρια, και πρωτόζωα που καταλύουν την υδρόλυση της κυτταρίνης.

Κυτταρίνη

Η κυτταρίνη απαρτίζεται από μόρια γλυκόζης ενωμένα σε μακρές αλυσίδες.  Η κυτταρίνη είναι το κύριο συστατικό των τοιχωμάτων των φυτικών κυττάρων και ως εκ τούτου απαντάται φυσιολογικά σε όλα τα λαχανικά, φρούτα, και όσπρια.  Επίσης, είναι γνωστό ότι βακτήρια οξεϊκού οξέος συνθέτουν την κυτταρίνη, όπως και πολλά είδη αλγών, και οι ωομύκητες. 

Κυτταροκίνες

Οι κυτταροκίνες είναι μία ομάδα πρωτεϊνών και πεπτιδίων που χρησιμοποιούνται στον οργανισμό ως σηματοδοτικά μόρια. Αυτά τα χημικά σηματοδοτικά είναι παρόμοια με τις ορμόνες και τους νευροδιαβιβαστές και χρησιμοποιούνται για την επικοινωνία ενός κυττάρου με ένα άλλο.  Ο όρος κυτταροκίνες χρησιμοποιείται ως εύχρηστη γενική ονομασία για τις ιντερλευκίνες, τις λεμφοκίνες, και αρκετά συγγενικά σηματοδοτικά μόρια όπως ο παράγοντας νέκρωσης όγκων (TNF) και οι ιντερφερόνες.

Κωδωνοειδή (άνθη)

Αυτά που έχουν τη μορφή καμπάνας.

Λ

Λαίμαργος (βλαστός)

Ζωηρός βλαστός που αναπτύσσεται περισσότερο από τους άλλους.

Λακτοβάκιλλος Acidophilus

Ο λακτοβάκιλλος acidophilus είναι το πλέον γνωστό χρησιμοποιούμενο προβιοτικό.  Ο λακτοβάκιλλος acidophilus τείνει να καταναλώνει τα διατροφικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται πολλοί άλλοι μικροοργανισμοί, εξουδετερώνοντας με αυτόν τον τρόπο πιθανώς βλαβερά βακτήρια στον πεπτικό σωλήνα.  Ο λακτοβάκιλλος acidophilus βοηθά στην παραγωγή των βιταμινών Β συμπεριλαμβανομένων της νιασίνης (βιταμίνη Β3), του φολικού οξέος, της βιοτίνης και της βιταμίνης Β6 και βοηθά στον διαχωρισμό των αμινοξέων από τα χολικά οξέα, τα οποία μπορούν στην συνέχεια να ανακυκλωθούν από το σώμα.  Έρευνες δείχνουν ότι ο λακτοβάκιλλος acidophilus μπορεί να βελτιώσει την γαστρεντερική λειτουργία, να ενισχύσει το ανοσοποιητικό σύστημα και να μειώσει την συχνότητα κολπικών λοιμώξεων από ζυμομύκητες.  Ο λακτοβάκιλλος acidophilus επίσης προσφέρει ανακούφιση από την δυσπεψία και την διάρροια.

Λακτοβάκιλλος Bulgaricus

O Λακτοβάκιλλος Bulgaricus είναι ένα από τα βακτήρια που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γιαουρτιού.  Τα βακτήρια θρέφονται με γάλα και παράγουν γαλακτικό οξύ το οποίο επίσης βοηθά στην συντήρηση του γάλακτος.  Διασπά την λακτόζη και είναι συχνά χρήσιμη σε αυτούς που υποφέρουν από μη ανεκτικότητα στην λακτόζη, των οποίων τα πεπτικά συστήματα στερούνται των ενζύμων που διασπούν την λακτόζη σε απλά σάκχαρα.  Έρευνες δείχνουν ότι τα βακτήρια διεγείρουν τα κύτταρα που καταπολεμούν τις ασθένειες.  Τα βακτήρια επίσης μειώνουν την ποσότητα νιτρωδών (χημικά που προκαλούν καρκίνο) στο σώμα.

Λακτοβάκιλλος Helveticus

Ο Λακτοβάκιλλος helveticus είναι ένα βακτήριο γαλακτικού οξέος που χρησιμοποιείται για την κατασκευή τυριών τύπου Ελβετίας και Ιταλικών τυριών μακράς ωρίμασης.  Ο Λακτοβάκιλλος helveticus διεγείρει το ανοσοποιητικό και το πεπτικό σύστημα, ελέγχει την διάρροια, μειώνει την μη-ανεκτικότητα στην λακτόζη και αναστέλλει τα μη-φιλικά βακτήρια.  Μελέτες δείχνουν ότι ο Λακτοβάκιλλος helveticus αυξάνει την απορρόφηση ασβεστίου (αυξάνει την οστική δημιουργία οστεοβλαστών, καθώς και τις συγκεντρώσεις ασβεστίου) και έχει ευεργετική επίδραση ύπνου σε υγιείς υπερήλικες.  Ο Λακτοβάκιλλος helveticus μελετάται για την αναστολή ενδεχομένων παθογόνων, και για αντιμεταλλαξογόνες, αντινεοπλασματικές, αντιυπερτασικές και ανοσορυθμιστικές δραστηριότητες.

Λακτόνες

Οι λακτόνες αντιπροσωπεύουν μία κατηγορία φυσικών ενώσεων με πολλαπλές βιολογικές δραστηριότητες.  Είναι προϊόν συμπύκνωσης μίας αλκοόλης και ενός καρβοξυλικού οξέος στο ίδιο μόριο.

Λάπαθο [Rumex Crispus]

Το λάπαθο είναι ένα αποτοξινωτικό βότανο.  Το λάπαθο έχει ήπια υπακτική δράση και διεγείρει τα ένζυμα της χολής και του πεπτικού συστήματος.  Χρησιμοποιείται για την δυσκοιλιότητα, πόνους αρθρώσεων, αποτοξίνωση, και για χρόνιες δερματικές παθήσεις που προέρχονται από κακή πέψη, ανεπαρκή λειτουργία του ήπατος, ή συσσώρευση τοξικών.

Λεία (φύλλα)

Αυτά που δεν έχουν χνούδια ή τρίχες.

Λεκιθίνη

Η λεκιθίνη είναι κατά το πλείστο ένα μίγμα γλυκολιπιδίων, τριγλυκεριδίων, και φωσφολιπιδίων (π.χ., φωσφατιδυλοχολίνη , φωσφατιδυλοαιθανολαμίνη, και φωσπηατιδυλοϊνοσιτόλη).  Ωστόσο, στην βιοχημεία, η λεκιθίνη χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της καθαρής φωσφατιδυλοχολίνης, ένα φωσφολιπίδιο, το οποίο μπορεί να απομονωθεί από τον κρόκο του αυγού ή το φασόλι της σόγιας.

Η λεκιθίνη είναι απαραίτητα σε όλα τα κύτταρα του σώματος.  Οι κυτταρικές μεμβράνες, οι οποίες ρυθμίζουν την διέλευση των διατροφικών ουσιών μέσα και έξω από τα κύτταρα, είναι κυρίως κατασκευασμένα από λεκιθίνη.  Τα προστατευτικά περιβλήματα που περιβάλλουν τον εγκέφαλο είναι κατασκευασμένα από λεκιθίνη, και οι μύες και τα νευρικά κύτταρα επίσης περιέχουν αυτήν την απαραίτητη λιπαρή ουσία.

Λευκίνη

Η λευκίνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ.  Είναι μία από τις τρεις διακλαδωμένες αλυσίδες αμινοξέων μαζί με την ισολευκίνη και την βαλίνη.  Οι διακλαδωμένες αλυσίδες αμινοξέων βρίσκονται σε περίπου 70% των σωματικών πρωτεϊνών.  Η λευκίνη βρίσκεται σε μεγάλες ποσότητες στους μυς και διαδραματίζει ρόλο στην επισκευή τους.  Εμπλέκεται στην ρύθμιση της ενέργειας.  Η λευκίνη διεγείρει την παραγωγή ινσουλίνης και ρυθμίζει το σάκχαρο του αίματος και βοηθά στην επισκευή ζωτικών ιστών και στην παραγωγή της αυξητικής ορμόνης.  Η λευκίνη μπορεί να αποτρέψει την διάσπαση των μυϊκών πρωτεϊνών που ενίοτε συμβαίνει μετά από τραύμα ή έντονο στρες.  Μπορεί επίσης να είναι ωφέλιμη για άτομα με φαινυλοκετονουρία, μία ασθένεια στην οποία το σώμα δεν μπορεί να μεταβολίσει το αμινοξύ φαινυλαλανίνη. 

Λευκοτριένια

Τα λευκοτριένια είναι φυσικώς παραγόμενα εικοσανοειδή λιπίδια μεσολαβητές, τα οποία μπορεί να ευθύνονται για κάποιες από τις επιδράσεις του άσθματος και των αλλεργιών.  Η παραγωγή τους στο σώμα είναι μέρος μίας σύνθετης αντίδρασης η οποία συμπεριλαμβάνει την παραγωγή ισταμίνης.

Παραγόμενα από το αραχιδονικό οξύ, τα λευκοτριένια δρουν ως μεσολαβητές άμεσης υπερευαισθησίας.  Μερικά λευκοτριένια έχουν χημειοτακτικές επιδράσεις στα μεταναστευτικά λευκοκύτταρα, και ως τούτα βοηθούν να προσκομίσουν τα απαραίτητα κύτταρα στους ιστούς.  Τα λευκοτριένια επίσης έχουν ισχυρές επιδράσεις στην αγγειοσυστολή ιδιαιτέρως στα φλεβίδια και στην βρογχοσυστολή.  Επίσης, αυξάνουν την αγγειακή διαπερατότητα.

Λιγνάνες

Οι λιγνάνες είναι μία ομάδα χημικών ενώσεων που βρίσκονται στα φυτά.  Οι λιγνάνες είναι μία από τις κύριες κατηγορίες των φυτοοιστρογόνων (χημικά όμοια με τα οιστρογόνα που επίσης δρουν ως αντιοξειδωτικά).  Οι λιγνάνες μελετώνται για πιθανή χρήση στην πρόληψη καρκίνου, ιδιαιτέρως καρκίνος του μαστού.

Λιναρόσπορος

Ο λιναρόσπορος είναι πλούσιος σε απαραίτητα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, μαγνήσιο, και κάλιο.  Είναι επίσης καλή πηγή των βιταμινών Β και ψευδαργύρου.  Οι λιναρόσποροι έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά οξέα, έχουν λίγες θερμίδες, και δεν περιέχουν χοληστερόλη.  Ο λιναρόσπορος έχει την μεγαλύτερη περιεκτικότητα φυτοοιστρογόνων λιγνανών από κάθε άλλη τροφή.  Οι σπόροι είναι η μόνη καθαρή πηγή λιγνανών καθότι αφαιρούνται κατά την διάρκεια μετατροπής τους σε λάδι.  Οι λιναρόσποροι προάγουν γερά κόκαλα, νύχια και δόντια, καθώς και υγιές δέρμα.  Είναι χρήσιμοι για προβλήματα εντέρου, φλεγμονές, και γυναικείες παθήσεις.

Λινολεϊκό Οξύ

Το λινολεϊκό οξύ ανήκει στην ομάδα των απαραίτητων λιπαρών οξέων που ονομάζονται ωμέγα-6 λιπαρά οξέα, που ανήκουν στα απαραίτητα διατροφικά στοιχεία.  Το λινολεϊκό οξύ είναι πολυακόρεστο λιπαρό οξύ που χρησιμοποιείται στην βιοσύνθεση των προσταγλανδινών.  Βρίσκεται στα λιπίδια των κυτταρικών μεμβρανών.  Είναι άφθονο σε αρκετά φυτικά έλαια όπως το ηλιέλαιο και το σησαμέλαιο.

Λινολενικό Οξύ

Το λινολενικό οξύ ανήκει στην ομάδα των απαραίτητων λιπαρών οξέων που ονομάζονται ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, που ανήκουν στα απαραίτητα διατροφικά στοιχεία.  Το λινολενικό οξύ βρίσκεται σε υψηλές συγκεντρώσεις σε ορισμένα φυτικά έλαια όπως το έλαιο λιναρόσπορου.  Σε μικρότερες συγκεντρώσεις υπάρχει στα έλαια κανόλας, φασολιού σόγιας και καρυδιών.

Λιπάση

Η λιπάση είναι ένα ένζυμο υπεύθυνο για την διάσπαση των λιπιδίων, συγκεκριμένα των τριγλυκεριδίων.  Μετά την διάσπαση σε μικρότερα στοιχεία, τα τριγλυκερίδια απορροφώνται ευκολότερα στο έντερο.  Η λιπάση κυρίως παράγεται στο πάγκρεας αλλά επίσης παράγεται στο στόμα και στο στομάχι.

Λιποξίνες

Οι λιποξίνες είναι μία σειρά από αντιφλεγμονώδεις μεσολαβητές.  Οι λιποξίνες είναι βραχύβια ενδογενή εικοσανοειδή των οποίων η παρουσία στη φλεγμονή σημαίνει την διάλυση της φλεγμονής.

Λιποπρωτεΐνες

Οι λιποπρωτεΐνες είναι συμπλέγματα λιπιδίων συνδυασμένα με πρωτεΐνες που εξυπηρετούν ως φορείς μεταφοράς λιπιδίων στην λέμφο και στο αίμα.

Οι πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (VLDL) είναι ο τύπος λιποπρωτεϊνών που κυρίως παρασκευάζονται από ηπατικά κύτταρα για την μεταφορά λιπιδίων σε διάφορους ιστούς του σώματος.  Οι VLDL απαρτίζονται κυρίως από τριγλυκερίδια.

Λοβός

Στρογγυλεμένο τμήμα ενός φύλλου.

Λογχοειδή (φύλλα)

Αυτά που έχουν τη μορφή λόγχης.

Λουτεΐνη

Η λουτεΐνη είναι μία από τις 600 φυσικές γνωστές καροτίνες.  Η λουτεΐνη είναι μία από τις δύο καροτίνες που περιέχονται στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του οφθαλμού.  Στον περιφερειακό αμφιβληστροειδή, η λουτεΐνη είναι το κυρίαρχο στοιχείο, ενώ στην κεντρική κηλίδα η ζεαξανθίνη επικρατεί.

Λουτεολίνη

Η λουτεολίνη είναι μία φλαβόνη που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο ανθρώπινο σώμα ως αντιοξειδωτικό και που έχει αντιφλεγμονώδεις, αντικαρκινικές, αντιασθματικές, και αντιαλλεργικές ιδιότητες.  Η λουτεολίνη προάγει τον μεταβολισμό των υδατανθράκων και είναι ένας διαμορφωτής του ανοσοποιητικού συστήματος.  Έρευνες επιβεβαιώνουν ότι η λουτεολίνη είναι ένας βιοχημικός παράγοντας που μπορεί να μειώσει σημαντικά την φλεγμονή και τα συμπτώματα του σηπτικού σοκ. 

Λυκοπένη

Η λυκοπένη ανήκει στην οικογένεια των καροτινών.  Η λυκοπένη, η οποία βρίσκεται στις ντομάτες και άλλα κόκκινα φρούτα) είναι η πιο κοινή καροτίνη στο ανθρώπινο σώμα και είναι ένα από τα πιο ισχυρά αντιοξειδωτικά καροτίνης.  Η λυκοπένη χρησιμοποιείται για την θεραπεία και πρόληψη πολλών καρκίνων, ιδιαίτερα του καρκίνου του προστάτη.

Λυσίνη

Η λυσίνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ που πρέπει να λαμβάνεται από την διατροφή επειδή δεν μπορεί να συντεθεί από το ανθρώπινο σώμα.  Η λυσίνη βρίσκεται σε υψηλές ποσότητες στους μυς.  Στο σώμα, η λυσίνη είναι μια ζωτική πρωτεΐνη που χρειάζεται για την ανάπτυξη, επιδιόρθωση των ιστών, και την παραγωγή ορμονών, ενζύμων, και αντισωμάτων.  Η λυσίνη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην απορρόφηση του ασβεστίου, στην συντήρηση της σωματικής μυϊκής μάζας, και στην κατασκευή μυϊκών πρωτεϊνών.

Μ

Μαγγάνιο

Το μαγγάνιο, ένα ιχνομέταλλο, δρα σε πολλά ενζυμικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένων και των ενζύμων που εμπλέκονται στον έλεγχο του σακχάρου του αίματος, του μεταβολισμού της ενέργειας, και της λειτουργίας της θυροειδούς ορμόνης.  Δρα επίσης στην αντιοξειδωτική λειτουργία του ενζύμου δισμουτάση του υπεροξειδίου .  Το ένζυμο αυτό αποτρέπει τις φθορές που προκαλούν οι ελεύθερες ρίζες υπεροξειδίου καταστρέφοντας τα συστατικά των κυττάρων.  Δίχως την δισμουτάση του υπεροξειδίου , τα κύτταρα είναι επιδεκτικά σε καταστροφή και φλεγμονή.  Η χορήγηση μαγγανίου μπορεί να αυξήσει την λειτουργία της δισμουτάσης του υπεροξειδίου, η οποία αντανακλά αυξημένη αντιοξειδωτική δραστηριότητα.

Μαγνήσιο

Το μαγνήσιο είναι ένα μέταλλο και είναι το δεύτερο σε συγκέντρωση στα σωματικά κύτταρα μετά το κάλιο.  Το μαγνήσιο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή ενέργειας έχοντας τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στους ιστούς που είναι πιο ενεργοί μεταβολικά (εγκέφαλος, καρδιά, ήπαρ, και νεφρά).

Το μαγνήσιο είναι σημαντικό σε πολλές κυτταρικές λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένων της παραγωγής ενέργειας, διαμόρφωση πρωτεϊνών, και κυτταρικό αναδιπλασιασμό.  Το μαγνήσιο συμμετέχει σε πάνω από 300 ενζυματικές αντιδράσεις στο σώμα, ιδιαίτερα σε αυτές τις διαδικασίες που σχετίζονται με την παραγωγή ενέργειας.  Το μαγνήσιο έχει την ικανότητα να εμποδίζει την είσοδο ασβεστίου στα αγγειακά κύτταρα των λείων μυών και στα καρδιακά μυϊκά κύτταρα και, ως επακόλουθο, η χορήγηση συμπληρωμάτων μαγνησίου μπορούν να οδηγήσουν σε πιο ικανή λειτουργία της καρδιάς.  Το μαγνήσιο επίσης βοηθά στην ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου μέσω της δράσης του πάνω σε αρκετές ορμόνες όπως η παραθυρεοειδής ορμόνη και η καλσιτονίνη.

Μαλακτικό

Μία ουσία που ελαττώνει τον ερεθισμό και τη φλεγμονώδη αντίδραση των ιστών.

Μαλβιδίνη

Η μαλβιδίνη είναι μία ανθοκυανιδίνη.  Τα γλυκοσίδιά της υπάρχουν άφθονα στην φύση.  Η μαλβιδίνη είναι πρωτίστως υπεύθυνη για το χρώμα του κόκκινου κρασιού.

Μανιτάρια Maitake [Grifola Frondosa]

Τα maitake είναι βρώσιμα και θεραπευτικά μανιτάρια. Τα μανιτάρια maitake είναι πλούσια σε βιταμίνες (βιταμίνη Β1, βιταμίνη Β2, και προ-βιταμίνη D – εργοστερόλη) και μέταλλα (κάλιο, ασβέστιο, και μαγνήσιο).  Επιπλέον, περιέχουν αντινεοπλασματικές βήτα γλυκάνες.

Τα μανιτάρια maitake έχουν χρησιμοποιηθεί σε παραδοσιακή ιατρική ως ενισχυτικό του ανοσοποιητικού συστήματος.  Ερευνητές επίσης αναφέρουν ότι τα μανιτάρια αυτά μπορούν να ρυθμίσουν την πίεση αίματος, την γλυκόζη, την ινσουλίνη, και τα λιπίδια του πλάσματος και του ήπατος όπως χοληστερόλη, τριγλυκερίδια, και φωσφολιπίδια , και επίσης μπορεί να είναι χρήσιμα για την απώλεια βάρους.

Μανιτάρια Reishi [Ganoderma Lucidum]

Το μανιτάρι reishi είναι ένα θεραπευτικό μανιτάρι που έχει χρησιμοποιηθεί στην Ιαπωνία και στην Κίνα για πάνω από 2000 χρόνια και είναι το παλαιότερο μανιτάρι που έχει χρησιμοποιηθεί στην ιατρική.  Έχει θεωρηθεί ένα από τα σπανιότερα και τα πλέον ωφέλιμα βότανα της φύσης.  Οι πολυσακχαρίτες (βήτα γλυκάνες) που περιέχονται στο μανιτάρι reishi είναι τα πιο ενεργά στοιχεία που έχουν αντι-νεοπλασματικές και ρυθμιστικές του ανοσοποιητικού ιδιότητες και μειώνει την πίεση του αίματος.  Τα τριτερπένια των μανιταριών βοηθούν στην ανακούφιση αλλεργιών αναστέλλοντας την έκκριση ισταμίνης, βελτιώνοντας την χρήση οξυγόνου και την λειτουργία του ήπατος.

Μανιτάρια Shiitake [Lentinula Edodes]

Το κοινό Γιαπωνέζικο όνομα για τα βρώσιμα μανιτάρια Lentinula edodes είναι shiitake.  Πρόσφατες έρευνες έχουν τεκμηριώσει τις τεράστιες θεραπευτικές ιδιότητες των μανιταριών shiitake: αντι-νεοπλασματικές, ανοσορυθμιστικές, αντιιογενείς, αντιβακτηριδιακή, αντιπαρασιτική, και μειώνει τα επίπεδα χοληστερόλης και λιπιδίων στο αίμα.  Τα μανιτάρια shiitake έχουν βρεθεί ότι είναι ιδιαίτερα πολύτιμα για την θεραπεία όλων των ειδών ηπατίτιδας, συμπεριλαμβανομένων της ηπατίτιδας B και C.

Μανιτάρια [Agaricus Bisporus]

Το εκχύλισμα μανιταριών βοηθά στον καθαρισμό του αίματος εξουδετερώνοντας ουσίες χαλασμένες που έχουν απορροφηθεί στο αίμα από τον γαστροεντερικό σωλήνα.  Είναι πολύ αποτελεσματικό στην καταπολέμηση δυσάρεστων οσμών του σώματος.  Το εκχύλισμα μανιταριών υποστηρίζει νεφρικές και ηπατικές λειτουργίες συμβάλλοντας στην αποβολή τοξινών από το αίμα.

Μασχάλη

Η γωνία που σχηματίζεται μεταξύ φύλλου και βλαστού.

Μασχαλιαίος (οφθαλμός)

Αυτός που βρίσκεται στη μασχάλη των φύλλων.

Μαυροράπανο [Raphanus Niger]

Το μαυροράπανο έχει χρησιμοποιηθεί ως φάρμακο από την αρχαιότητα για προβλήματα των πνευμόνων, του ήπατος, της χοληδόχου κύστης, και του πεπτικού συστήματος.  Είναι ένα ήπιο διουρητικό, δυνατό αντιοξειδωτικό, και μία καλή πηγή βιταμίνης C, βιταμινών Β, θείου, και φυτικών ινών.  Έχει επίσης και αντιβακτηριδιακή δράση στην πεπτική χλωρίδα.  Η ρίζα του μαυροράπανου δημιουργεί τονωτική επίδραση στο αναπνευστικό σύστημα και θεωρείται ότι ενεργοποιεί τα κύτταρα του ήπατος, διατηρεί υγιή την χοληδόχο κύστη, βοηθά στην πέψη και διευκολύνει την διούρηση.

Μεθειονίνη

Η μεθειονίνη, ένα απαραίτητο αμινοξύ, αντιπροσωπεύει ένα από τα θειούχα αμινοξέα.  Η μεθειονίνη είναι ζωτική για την δημιουργία πολλών σπουδαίων ουσιών όπως νουκλεϊκά οξέα, επινεφρίνη, χολίνη, λεκιθίνη, καρνιτίνη, μελατονίνη, κολλαγόνο, σερίνη, κρεατίνη, και διμεθυλεθανολαμίνη.  Επιπλέον, η μεθειονίνη είναι ένα αντιοξειδωτικό και αποτοξινωτικός παράγοντας βοηθώντας στην αποβολή βαρέων μετάλλων από το σώμα.  Η μεθειονίνη διεγείρει την διαμόρφωση της γλουταθειόνης και είναι απαραίτητη για να απορροφηθεί και να χρησιμοποιηθεί το σελήνιο από το σώμα.  Ως αντιοξειδωτικό, προστατεύει το σώμα από τις επιδράσεις της ακτινοβολίας.  Ο φυσιολογικός μεταβολισμός της ομοκυστεΐνης χρειάζεται βιταμίνη Β6 και μεθειονίνη.  Με την παρουσία θείου, η μεθειονίνη μπορεί να συντεθεί σε κυστεΐνη, κυστίνη, και ταυρίνη.

Μεθυλσουλφονυλμεθάνη (MSM)

Η μεθυλσουλφονυλμεθάνη (MSM) είναι μία οργανική θειούχα ένωση που απαιτείται για την δημιουργία και την συντήρηση των συνδετικών και άλλων τύπων ιστών.  Η MSM είναι σημαντικό στοιχείο των πρωτεϊνών σε όλο το σώμα, όπως στα μαλλιά, στο δέρμα, στα νύχια και στους τένοντες.  Η MSM χρησιμοποιείται σε διάφορες παθήσεις όπως αλλεργίες, φλεγμονές, στομαχική πύρωση, ινομυαλγία, οστεοαρθρίτιδα, ρινίτιδα, χαμηλή περιεκτικότητα κερατίνης στα μαλλιά, πόνους στις αρθρώσεις, παρασιτικές λοιμώξεις, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, και σχετικά θέματα μαλλιών και νυχιών.  Η MSM έχει βρεθεί ότι αυξάνει την κυκλοφορία του αίματος και δυναμώνει τα τοιχώματα των αγγείων.

Μελιγόνα (άνθη)

Αυτά που παράγουν μια γλυκιά υγρή ουσία.

Μελισσόχορτο [Melissa Officinalis]

Το μελισσόχορτο είναι ένα βότανο που έχει ήπια ηρεμιστική δράση, αντιβακτηριδιακές και αντιιογενείς ιδιότητες, και έχει την ικανότητα να ανακουφίζει κράμπες και αέρια.  Χρησιμοποιείται για την επούλωση πληγών, διευκόλυνση πέψης, ανακούφιση από εμμηνορροϊκούς πόνους, καταπολέμηση του απλού έρπητα, χαλαρωτικό νεύρων, ανακούφιση και αποτροπή των κεντρισμάτων εντόμων, και πρόληψη αϋπνίας.

Μέντα [Mentha Piperita]

Η μέντα, όπως πολλά καρυκεύματα και βότανα, θεωρείται ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες.  Η μέντα έχει υψηλή περιεκτικότητα σε μαγγάνιο, βιταμίνη C, και βιταμίνη Α.  Επίσης, περιέχει σίδηρο, ασβέστιο, φολικό, κάλιο, μαγνήσιο, ριβοφλαβίνη (βιταμίνη Β2), και χαλκό.  Η μέντα είναι ένα εξαιρετικό ανακουφιστικό από τον μετεωρισμό, ηρεμώντας τους μυς του πεπτικού συστήματος, καταπολεμά τον μετεωρισμό, και διεγείρει την ροή της χολής και πεπτικών υγρών.  Χρησιμοποιείται για την ανακούφιση εντερικού κολικού, τον μετεωρισμό, την δυσπεψία, και σχετικών παθήσεων.  Η μέντα διαδραματίζει ρόλο στην θεραπεία ελκωδών καταστάσεων του εντέρου.  Είναι παραδοσιακή θεραπεία για πυρετό, κρυολογήματα και γρίπη.

Μεσκαλίνη
Η μεσκαλίνη είναι ψευδαισθησιογόνο αλκαλοειδές, λαμβανόμενο από τον κάκτο Lophophora williamsii (Cactaceae). Επίσης συναντάται στο Trichocereus pachanoi και σε άλλα είδη Trichocereus (Cactaceae). Εκτός από τη μεσκαλίνη, οι κάκτοι αυτοί περιέχουν και άλλες φαινυλαιθυλαμίνες ως και παράγωγα τετραϋδροϊσοκινόλης, όπως η ανχαλονιδίνη.
Μεταβολισμός

Το άθροισμα των διάφορων βιοχημικών αντιδράσεων που είναι συνδεδεμένες με τη διατήρηση και τη συνέχιση της ζωής.

Μίσχος

Το τμήμα που ενώνει το φύλλο με τον βλαστό.

Μυδριατικό

Μία ουσία που προκαλεί διαστολή της κόρης.

Ν

Ν-Ακυτέλιο Κυστεΐνη (NAC)

Το Ν-ακυτέλιο κυστεΐνη, ή NAC, είναι ένα φυσικό θειούχο παράγωγο αμινοξέος, το οποίο είναι ισχυρό αντιοξειδωτικό.  Η πρωταρχική χρήση του NAC είναι ως μειωτής βλεννών.

Το NAC, ως ισχυρό αντιοξειδωτικό και αποτοξινωτικός παράγοντας των κυττάρων, δρα ώστε να εξουδετερώνει τις ελεύθερες ρίζες και να αποβάλει τα βαρέα μέταλλα από τον οργανισμό, συμβάλλοντας έτσι στην υγεία του κυττάρου.  Το NAC μειώνει την ζημιά στα νεφρά και στο ήπαρ που σχετίζεται με την τοξικότητα/δηλητηρίαση της ακεταμινοφαίνης (acetaminophen).

Ν-Ακυτέλιο Μεθειονίνη (NAM)

Η Ν-ακυτέλιο μεθειονίνη (NAM) είναι ακετυλικός εστέρας του αμινοξέος μεθειονίνη.  Βοηθά στην αποτοξίνωση βαρέων μετάλλων από το σώμα, έχει ισχυρή αντιοξειδωτική δράση, προστατεύει το ήπαρ αποτρέποντας την μείωση του ενζύμου υπεροξειδάση της γλουταθειόνης – το κύριο αντιοξειδωτικό ένζυμο που βρίσκεται στο ήπαρ, και συνεργεί στην δημιουργία διαφόρων ιστών.

Ναρινγενίνη
Η ναρινγενίνη είναι μία φλαβανόνη που θεωρείται ότι έχει βιοενεργή δράση στην ανθρώπινη υγεία.  Είναι ένα αντιοξειδωτικό, εξολοθρευτής ελευθέρων ριζών, αντιφλεγμονώδες, προάγει τον μεταβολισμό των υδατανθράκων, και διαμορφωτής του ανοσοποιητικού συστήματος.  Επιστημονικές αποδείξεις δείχνουν ότι η ναρινγενίνη μειώνει την οξειδωτική ζημιά στο DNA.  Η ναρινγενίνη βρίσκεται στα εσπεριδοειδή.
Ναρκωτικό

Μία ουσία που προξενεί απώλεια της επαφής με τον έξω κόσμο.

Νατοκινάση (Nattokinase)
Η νατοκινάση είναι ένα ένζυμο το οποίο εξάγεται από ένα ιαπωνικό τρόφιμο  που ονομάζεται natto. Το νάτο φτιάχνεται  από τη ζύμωση της σόγιας και τρώγεται παραδοσιακά από τους Ιάπωνες εδώ και περίπου χίλια χρόνια.
Το Natto αποτελεί σημαντικό μέρος της ιαπωνικής διατροφής και είναι γνωστό για τις θεραπευτικές επιδράσεις του επί των καρδιαγγειακών ασθενειών.
Νάτριο

Το νάτριο είναι το κύριο κατιόν στα εξωκυττάρια υγρά του σώματος.  Το νάτριο είναι σημαντικό στην διατήρηση του ισοζυγίου των υγρών, στην διαβίβαση νευρικών ωθήσεων, και στις συσπάσεις μυών.

Νεκρωτικό

Μία ουσία που καταστρέφει τους ιστούς.

Νεροκολοκύθα [Cucurbita Pepo]

Οι σπόροι της νεροκολοκύθας είναι πολύ καλή πηγή μετάλλων (φώσφορος, μαγνήσιο, μαγγάνιο, ψευδάργυρο, σίδηρο, χαλκό).  Οι σπόροι της νεροκολοκύθας μπορούν να ενισχύσουν την υγεία του προστάτη καθότι τα συστατικά που περιέχονται στο λάδι από τους σπόρους φαίνεται ότι διακόπτουν τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων του προστάτη από την τεστοστερόνη και τους μεταβολίτες της.  Οι καροτίνες που βρίσκονται στους σπόρους της νεροκολοκύθας και τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα μελετώνται για πιθανά οφέλη για τον προστάτη ενώ οι φυτοστερόλες θεωρούνται ότι μειώνουν τα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα, ενισχύουν την ανοσοαπάντηση και μειώνουν τον κίνδυνο για ορισμένους καρκίνους.

Νευροδιαβιβαστές

Οι νευροδιαβιβαστές είναι χημικά που ελευθερώνονται στο άκρο ενός νευρικού κυττάρου όταν φτάσει εκεί μία νευρική ώση.  Διαχέονται στο κενό για το επόμενο κύτταρο και αλλοιώνουν την μεμβράνη του επόμενου κυττάρου είτε να το αναστείλουν ή να το διεγείρουν.

Νηματοειδές

Αυτό που έχει τη μορφή νήματος.

Νιασίνη (Βιταμίνη Β3)

Βλέπε Βιταμίνη Β3.

Νουκλεϊνικά Οξέα

Το νουκλεϊνικό οξύ είναι ένα μακρομόριο που απαρτίζεται από αλυσίδες νουκλεοτιδίων .  Στην βιοχημεία, αυτά τα μόρια μεταφέρουν γενετική πληροφόρηση ή σχηματίζουν δομές μέσα στα κύτταρα.  Τα πιο κοινά νουκλεϊνικά οξέα είναι το δεοξυριβονουκλεϊνικό οξύ (DNA) και το ριβονουκλεϊνικό οξύ (RNA).  Τα νουκλεϊνικά οξέα είναι καθολικά στους ζώντες οργανισμούς, αφού ανευρίσκονται σε όλα τα κύτταρα.  Επίσης, βρίσκονται και στους ιούς.

Νουκλεοτίδιο

Τα νουκλεοτίδια είναι μονομερή των νουκλεϊκών οξέων και αποτελούν τις δομικές μονάδες του RNA, DNA, και αρκετών συμπαραγόντων.  Στο κύτταρο διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό και στην σηματοδότηση.

Νταμιάνα [Turnera Aphordisiaca]

Η νταμιάνα είναι ένα φαρμακευτικό βότανο που έχει χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία διαφόρων παθήσεων συμπεριλαμβανομένων του βήχα, της δυσκοιλιότητας, και της κατάθλιψης.  Έχει την φήμη αφροδισιακού από την αρχαιότητα.  Τα συμπληρώματα του βοτάνου βοηθούν καταστάσεις που αφορούν την ενέργεια, το εμφύσημα, χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων, ψυχρότητα, ξανάμματα, ανικανότητα, στειρότητα, εμμηνόπαυση, νόσος του Parkinson, προεμμηνορροϊκό σύνδρομο, φλεγμονή του προστάτη, νόσος του Lou Gehrig, και άλλα σχετικά με τα όργανα αναπαραγωγής ανδρών και γυναικών.

Ντουναλιέλλα Σαλίνα

Η ντουναλιέλλα σαλίνα είναι ένα μοναδικό γένος μονοκύτταρων αλγών που περιέχουν υψηλές συγκεντρώσεις καροτινών (κυρίως βήτα-καροτίνης), αντιοξειδωτικών, και απαραίτητων βιταμινών.  Τα άλγη ντουναλιέλλας δεν έχουν κυτταρικά τοιχώματα, αλλά λόγω του μοναδικού τους μεταβολισμού μπορούν να ζουν σε νερό με υψηλές συγκεντρώσεις άλατος.  Για να επιβιώσουν σε τέτοιο περιβάλλον, ο οργανισμός πρέπει να είναι μέρος της διαδικασίας παραγωγής άλατος.

Νυχτολούλουδο [Oenothera Biennis]

Οι ώριμοι σπόροι του λαδιού νυχτολούλουδου περιέχουν το απαραίτητο ωμέγα-6 λιπαρό οξύ, το γάμμα-λινολενικό οξύ (GLA).  Το λάδι νυχτολούλουδου έχει χρησιμοποιηθεί για την μείωση του κινδύνου καρδιοπάθειας με την μείωση της χοληστερόλης και την μείωση της συνάθροισης των αιμοπεταλίων.  Επίσης έχει χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο των συμπτωμάτων του προεμμηνορροϊκού συνδρόμου, για την μείωση του πόνου μαστών, για την μείωση συμπτωμάτων κυστικής μαστοπάθειας, και για ασθένειες του δέρματος (έκζεμα).  Το GLA που περιέχεται στο λάδι νυχτολούλουδου έχει ενδείξεις έναντι του καρκίνου του μαστού.

Ξ

Ξανθίνη
Η Ξανθίνη είναι μία ένωση C5H4N4O2 ανευρισκόμενη στους περισσότερους ιστούς και υγρά του σώματος και είναι πρόδρομη ουσία του ουρικού οξέος.
Ξανθινουρία
Είναι μία σπάνια κληρονομική διαταραχή του μεταβολισμού των πουρινών λόγω ελλείψεως του ενζύμου οξειδάση της ξανθίνης, η οποία προκαλεί υπέρμετρη αποβολή ξανθίνης στα ούρα.
Ξανθοκοκκίωμα
Είναι ένας όγκος με ιστολογικά χαρακτηριστικά κοκκιώματος και ξανθώματος. Μία καλοήθης, αυτοπεριοριζόμενη διαταραχή σε βράφη και παιδιά, που εκδηλώνεται με μονήρεις ή πολλαπλές κίτρινες, ρόδινες, πορτοκαλί ή καστανέρυθρες βλατίδες ή οζίδια στο τριχωτό της κεφαλής, στο πρόσωπο, στο κορμό και στα εγγύς τμήματα των άκρων με πιθανή συμμετοχή των βλεννογόνων των σπλάχνων, των οφθαλμών και άλλων οργάνων.
Ξανθοκυανοψία
Είναι η ικανότητα διακρίσεως του κίτρινου και κυανού χρώματος, αλλά όχι του ερυθρού και πράσινου.
Ξενοαντιγόνο
Είναι ένα αντιγόνο που απαντά σε οργανισμούς περισσότερων του ενός είδους.
Ξυλιτόλη

Η ξυλιτόλη είναι οργανική ουσία η οποία χρησιμοποιείται ως φυσικό υποκατάστατο της ζάχαρης και ανευρίσκεται σε πολλά φρούτα και λαχανικά, όπως στα βατόμουρα, το φλοιό του καλαμποκιού, τη βρώμη και τα μανιτάρια. Μπορεί να παραχθεί από βατόμουρα, δαμάσκηνα, καλαμπόκι, σημύδα κ.α. Η ξυλιτόλη είναι σχεδόν τόσο γλυκιά όσο το ζαχαροκάλαμο, παρέχοντας μόνο τα δύο τρίτα της ενέργειας που προσφέρει αυτό.

Η ξυλιτόλη για πρώτη φορά παρασκευάστηκε από το δέντρο σημύδα και έγινε γνωστή ως ασφαλής γλυκαντική ουσία για ανθρώπους με διαβήτη.

Ιδιότητες:

  • Κάποιες πιο πρόσφατες έρευνες επιβεβαιώνουν ότι η ξυλιτόλη, έχοντας παρόμοιες ιδιότητες με τη σακχαρόζη, μειώνει την οδοντική πλάκα και, αφού προσελκύσει τους επιβλαβείς μικροοργανισμούς, τους "σκοτώνει" μέσω αθρεψίας, επιτρέποντας έτσι στο στόμα να αναδομήσει τα δόντια που έχουν φθαρεί με λιγότερη ενόχληση.
  • Η ξυλιτόλη επίσης φαίνεται να έχει και την ιδιότητα να θεραπεύει την οστεοπόρωση.
  • Έρευνες έχουν δείξει ότι οι τσίκλες με ξυλιτόλη μπορούν να βοηθήσουν στη αποφυγή μόλυνσης των αυτιών (όπως η μέση ωτίτιδα). Οι ενέργειες του μασήματος και της κατάποσης (γενικά) βοηθούν στην έκκριση κεριού στο αυτί και καθαρίζουν το μεσαίο τμήμα του, ενώ η ξυλιτόλη εμποδίζει την ανάπτυξη βακτηρίων στην ευσταχιανή σάλπιγγα που συνδέει τη μύτη με τα αυτιά. Όταν τα βακτηρίδια μπαίνουν στο σώμα πηγαίνουν στους ιστούς κολλώντας πάνω σε μια ποικιλία από πολύπλοκα σάκχαρα. Η ξυλιτόλη και η ικανότητά της να σχηματίζει πολλές διαφορετικές δομές παρόμοιες με τη ζάχαρη φαίνεται να συσχετίζεται με την ικανότητα πολλών βακτηριδίων να προσκολλούνται.
  • Η ξυλιτόλη έχει βρεθεί ότι αυξάνει τη δράση των λευκών αιμοσφαιρίων, τα οποία βοηθούν στην καταπολέμηση πολλών βακτηριδίων. Αυτό το αποτέλεσμα φαίνεται να είναι ευρύ και δρα ακόμα και σε περιπτώσεις σήψης.
  • Η κατανάλωση ξυλιτόλης μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή στοματικών μολύνσεων από το μύκητα Candida, σε αντίθεση με τη λακτόζη, τη γλυκόζη και τη ζάχαρη που μπορεί να αυξήσουν τη δραστηριότητά τους.
  • Η ξυλιτόλη δεν είναι μόνο ασφαλής για τις έγκυες, αλλά έρευνες έχουν δείξει ότι η τακτική χρήση μειώνει σημαντικά την πιθανότητα μετάδοσης μεταλλαγμένου στρεπτόκοκκου στο παιδί. Αυτό το βακτηρίδιο είναι υπεύθυνο και για την αλλοίωση των δοντιών και μπορεί να μεταφερθεί στο παιδί τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής του από τη μητέρα του. Οι πιθανότητες να γίνει κάτι τέτοιο, όσο η μητέρα καταναλώνει προϊόντα με ξυλιτόλη είναι κατά 80% μικρότερες.
  • Η ξυλιτόλη, όπως και οι περισσότερες ουσίες που μπορούν να αντικαταστήσουν τη ζάχαρη, βοηθάει την εμφάνιση διάρροιας, επειδή όλοι οι αντικαταστάτες της ζάχαρης δεν διαλύονται εντελώς κατά την πέψη. Επίσης δεν έχει βρεθεί να είναι τοξική και κάποιοι άνθρωποι κατανάλωναν έως και 400 γραμμάρια ξυλιτόλης την ημέρα για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς ορατές επιπτώσεις που έχουν να κάνουν με κάποια αρρώστια.
Ξυλόζη
Ξυλόζη ή ξυλοσάκχαρο είναι μία πεντόζη που ανευρίσκεται στους βλεννοπολυσακχαρίτες του συνθετικού ιστού και μερικές φορές στα ούρα. Λαμβάνεται επίσης από κόμμι φυτών, την ιούτα και το ξύλοτης οξυάς. Η D-ξυλόζη χρησιμοποιείται σε διαγνωστική δοκιμασία της εντερικής απορροφήσεως.
Ξυλοκαΐνη
Εμπορική ονομασία σκευασμάτων λιδοκαΐνης.
Ξυλομεταζολίνη
Είναι ένα αδρενεργικό C16 H24 N2 χρησιμοποιείται ως τοπικό ρινικό αποσυμφορητικό υπό μορφή υδροχλωρικού άλατος.
Ξυλουλόζη
Είναι επίσης μία πεντόζη που απαντά ως L-ξυλουλόζη (ένα από τα λίγα σάκχαρα που ανευρίσκονται στη φύση και μερικές φορές εκκρίνεται στα ούρα) ή ως D-ξυλουλόζη.

Ο

Οιστρογόνα

Μία ομάδα ορμονών που επηρεάζουν τις γεννητικές λειτουργίες του θήλεος.

Οκτακοζανόλη

Η οκτακοζανόλη είναι μία λιπαρή αλκοόλη μακράς αλυσίδας που είναι παρεμφερής με την χοληστερόλη σε δομή.  Η ένωση αυτή βρίσκεται στην κέρινη μεμβράνη που περιβάλλει τα φύλλα και τα φρούτα των φυτών.  Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή ενέργειας μέσα στα κύτταρα.  Η οκτακοζανόλη αυξάνει την χρήση οξυγόνου κατά την διάρκεια άσκησης, βελτιώνει τα αποθέματα γλυκογόνου στους μυϊκούς ιστούς, αυξάνει την αντοχή και το σθένος, βελτιώνει τον χρόνο αντίδρασης, μειώνει το στρες από μεγάλα ύψη, και μειώνει τα επίπεδα της χοληστερόλης του αίματος.

Ολεουροπεΐνη

Η ολεουροπεΐνη είναι ένα πικρό γλυκοσίδιο από τα φύλλα του ελαιόδεντρου.  Έρευνες επιβεβαιώνουν ότι όταν η ολεουροπεΐνη, το ενεργό φυτοχημικό των φύλλων της ελιάς, με την λήψη της, ανακαλύπτει και αδρανοποιεί τα βακτηρίδια.  Αυτό το επιτυγχάνει με την διάλυση του εξωτερικού περιβλήματος των μολυσματικών μικροβίων και στην συνέχεια εισέρχεται στα μολυσμένα κύτταρα, εμποδίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναπαραγωγή του βακτηριδίου.

Ολεουροπεΐνη

Η ολεουροπεΐνη είναι ένα πικρό γλυκοσίδιο από τα φύλλα του ελαιόδεντρου.  Έρευνες επιβεβαιώνουν ότι όταν η ολεουροπεΐνη, το ενεργό φυτοχημικό των φύλλων της ελιάς, με την λήψη της, ανακαλύπτει και αδρανοποιεί τα βακτηρίδια.  Αυτό το επιτυγχάνει με την διάλυση του εξωτερικού περιβλήματος των μολυσματικών μικροβίων και στην συνέχεια εισέρχεται στα μολυσμένα κύτταρα, εμποδίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναπαραγωγή του βακτηριδίου.

Ολιγοσακχαρίτες

Οι ολιγοσακχαρίτες είναι μόρια υδατανθράκων αποτελουμένων από 3-20 μονοσακχαρίτες (απλά σάκχαρα).  Οι ολιγοσακχαρίτες αφομοιώνονται μερικώς, όταν καταναλωθούν.  Το αναφομοίωτο τμήμα χρησιμεύει ως τροφή για τα ευεργετικά βακτήρια του παχέως εντέρου.

Ομοιοπαθητική

Η θεραπευτική μέθοδος όπου χρησιμοποιούνται οι ελάχιστες δυνατές δόσεις των φαρμάκων.

Ομοιόσταση

Η ομοιόσταση είναι η συντήρηση σταθερών εσωτερικών καταστάσεων (όπως η χημεία του αίματος, η θερμοκρασία, και η πίεση του αίματος) από τα συστήματα ελέγχου του σώματος.  Ένα ομοιοστατικό σύστημα αντιδρά συνεχώς σε εξωτερικούς παράγοντες ώστε να διατηρεί τα όρια που προσδιορίζονται από τις ανάγκες του σώματος.

Ομοκυστεΐνη

Η ομοκυστεΐνη είναι ένα αμινοξύ που παράγει το ανθρώπινο σώμα από την χημική μετατροπή της μεθειονίνης. Το SAMe είναι ένα παράγωγο της ομοκυστεΐνης.  Όσο αυξάνονται τα επίπεδα του SAMe μία άλλη ζωτική χημική ουσία παράγεται από την ομοκυστεΐνη, η γλουταθειόνη.  Ατέλειες ενζύμων που εμποδίζουν τον μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης προκαλούν μία πάθηση γνωστή ως ομοκυστινουρία, η οποία έχει συσχετιστεί με πρόωρη καρδιοπάθεια.  Έχει τεκμηριωθεί ότι ακόμα και ελαφρώς αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης αποτελεί αυξημένο κίνδυνο για καρδιοπάθεια (παθήσεις της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων).  Επιπλέον, υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης έχουν συσχετιστεί με εξασθένηση των γνωστικών επιδόσεων καθώς και ανάπτυξη άνοιας και η πρόοδος αυτής.

Οξαλικά

Τα οξαλικά είναι άλατα ή εστέρες του οξαλικού οξέος.  Πολλά ιόντα μετάλλων σχηματίζουν αδιάλυτα ιζήματα με οξαλικά, για παράδειγμα οξαλικό του ασβεστίου, το οποίο είναι το κύριο συστατικό των κοινών νεφρόλιθων.

Ορεκτικό

Μία ουσία που ανοίγει την όρεξη.

Ορνιθίνη

Η ορνιθίνη είναι ένα μη-απαραίτητο αμινοξύ που μπορεί να συντεθεί από την αργινίνη μέσω του κύκλου του Krebs.  Η ορνιθίνη είναι πρόδρομος της αργινίνης, της γλουταμίνης, και της κιτρουλλίνης.  Η λυσίνη εμποδίζει την απορρόφηση της ορνιθίνης.

Η ορνιθίνη εμπλέκεται στον μεταβολισμό της αμμωνίας και της αποβολής της.  Η ορνιθίνης διεγείρει την ελευθέρωση της αυξητικής ορμόνης, ενισχύει την θεραπεία πληγών, και προάγει την αναγέννηση του ήπατος.  Είναι ζωτικό για την αγωγή ανάπτυξης μυϊκών ιστών.

Ουβικινόνη

Η ουμπικινόνη ανήκει σε μία ομάδα λιποδιαλυτών κινονών που ανευρίσκονται στον λιπιδικό πυρήνα των έσω μεμβρανών των μιτοχονδρίων που λειτουργούν ως συνένζυμα μεταφοράς ηλεκτρονίων στην μεταφορά ηλεκτρονίων από οργανικά υποστρώματα στο οξυγόνο, ιδίως κατά μήκος των αλυσιδωτών αντιδράσεων του κύκλου του Krebs.

Ουνκάρια [Uncaria Tomentosa]

Η ουνκάρια είναι ένα φυτό που ευδοκιμεί στους πρόποδες των Άνδεων, κυρίως στο Περού.  Η ουνκάρια περιέχει αρκετές ομάδες φυτοχημικών που αιτιολογούν τις περισσότερες ιδιότητες και χρήσεις του φυτού.  Περιέχει οξειδολικά αλκαλοειδή, τα οποία δρουν ως ανοσοδιεγερτικά και κατά της λευχαιμίας, και γλυκοσίδια κινοβικού οξέος, τα οποία έχουν αντιφλεγμονώδη και αντιιογενή δράση.  Επιπροσθέτως περιέχει αντιοξειδωτικά χημικά, ταννίνες, κατεχίνες, προκυανιδίνες και φυτοστερόλες που αιτιολογούν την αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες του φυτού.  Μία ομάδα ουσιών γνωστές ως καβοξυλιαλκυλικοί εστέρες που βρίσκονται στην ουνκάρια έχουν βρεθεί ότι έχουν ανοσοδιεγερτικές, αντιφλεγμονώδεις, αντικαρκινικές, και διορθωτικές του κυττάρου ιδιότητες.

Π

Παγκρεατίνη

Η παγκρεατίνη είναι ένα ένζυμο ζωικής προέλευσης που είναι μοναδικό διότι κατέχει πρωτεολυτικές, λιπολυτικές, και αμυλολυτικές δραστηριότητες.  Περιέχει πρωτεολυτικά ένζυμα, αμυλάσες, λιπάσες, φωσφολιπάσες, καθώς και νουκλεϊνικά οξέα (DNA και RNA).

Παλαμοειδές (φύλλο)

Αυτό που διαιρείται σε περισσότερα από τρία τμήματα (λοβούς) που ξεκινούν από το ίδιο σημείο.

Παντοθενικό Οξύ (Βιταμίνη Β5)

Βλέπε Βιταμίνη Β5.

Παπαΐνη

Η παπαΐνη είναι ένα ένζυμο που αποσπάται από την κόμη της παπάγιας [Carica Papaya].  Η παπαΐνη είναι ένα πρωτεολυτικό ένζυμο που διασπά πεπτίδια, αμίδια και εστέρες με υδρόλυση (προσθήκη ενός μορίου ύδατος).  Η παπαΐνη χρησιμοποιείται στην οφθαλμολογία για την αποτροπή δυσπλασίας ουλών του κερατοειδή χιτώνα, σε δηλητηριάσεις που προκαλούνται από δήγματα τσούχτρας και εντόμων, στο σύνδρομο δυσαπορρόφησης που δημιουργείται από την μη-ανεκτικότητα στην γλουτένη, στην θεραπεία φλογιστικών οιδημάτων, φλεγμονωδών διαδικασιών και στην επιτάχυνση της θεραπείας πληγών.

Παρα-Αμινοβενζοϊκό Οξύ (PABA)

Το παρα-αμινοβενζοϊκό οξύ (PABA) είναι μία οργανική ένωση και ενδιάμεσο στην βακτηριδιακή σύνθεση του φολικού.  Στο σώμα, το PABA χρησιμοποιείται για την βελτίωση της χρήσης των πρωτεϊνών, σχετίζεται με την δημιουργία των ερυθροκυττάρων καθώς και στην κατασκευή του φολικού οξέως στο έντερο.  Το PABA χρησιμοποιείται σε αντηλιακές συνθέσεις καθότι μπορεί να προστατεύσει το δέρμα από την υπεριώδη ακτινοβολία.  Το PABA επίσης βοηθά στην διάσπαση των πρωτεϊνών και στην διατήρηση της εντερικής χλωρίδας.  Το PABA έχει συνδεθεί με την ανάπτυξη των μαλλιών καθώς και στην αναστροφή του ασπρίσματος των μαλλιών.

Παρασυμπαθητικομιμητικό

Μία ουσία που δρα μέσω του παρασυμπαθητικού αυτόνομου νευρικού συστήματος και εμφανίζει τις ίδιες με αυτό ενέργειες.

Παρθενολίδη

Η παρθενολίδη είναι μία τερπενοειδής λακτόνη που βρίσκεται φυσικά στο χρυσάνθεμο.  Έχει αντιφλεγμονώδεις και αντικαρκινικές ιδιότητες.  Η παρθενολίδη καταστρέφει τα κύτταρα οξείας μυελογενούς λευχαιμίας προκαλώντας απόπτωση, αφήνοντας τον φυσιολογικό μυελό των οστών σχετικά αλώβητα.  Επιπλέον, η παρθενολίδη μπορεί να εκριζώσει την ασθένεια διότι σκοτώνει και τα βλαστοκύτταρα που προκαλούν την οξεία μυελογενή λευχαιμία.  Η παρθενολίδη καταστέλλει τον πυρηνικό παράγοντα κάππα-β εμποδίζονται την οστεόλυση από λιποπολυσακχαρίδια.  Η παρθενολίδη είναι ενεργή έναντι του παράσιτου Λεϊσμάνια. 

Πασσιφλόρα [Passiflora Officinalis]

Η πασσιφλόρα έχει ερευνηθεί για τις αντισπασμωδικές και ηρεμιστικές ιδιότητές της.  Εκχυλίσματα του βοτάνου αποτρέπουν τους μύκητες και τα βακτήρια.  Η πασσιφλόρα έχει χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία της νευρικότητας, ανησυχίας και αϋπνίας.

Πεντάνευρο [Plantago Lanceolata]

Το πεντάνευρο έχει μακρά ιστορία χρήσης ως θεραπευτικό βότανο.  Τα φύλλα και οι σπόροι χρησιμοποιούνται ως αντιβακτηριδιακό, αντίδοτο, στυπτικό, αντιφλεγμονώδες, αντισηπτικό, καρδιακό, μαλακτικό, διουρητικό, αποχρεμπτικό, αιμοστατικό, υπακτικό, οφθαλμολογικό, κατάπλασμα, και αντιπυρετικό.  Υπάρχουν αποδείξεις που επιβεβαιώνουν την χρήση του πεντάνευρου για άσθμα, εμφύσημα, προβλήματα της ουροδόχου κύστης, βρογχίτιδα, πυρετός, υπέρταση, ρευματισμούς, και ρύθμιση του σακχάρου του αίματος.

Πεντανοδιοϊκό Οξύ

Το πεντανοδιοϊκό οξύ είναι υποπροϊόν του μεταβολισμού των αμινοξέων τρυπτοφάνης και λυσίνης.

Πεπτίδιο

Πεπτίδιο είναι μία οργανική ένωση που αποτελείται από μία αλυσίδα δύο ή και περισσοτέρων αμινοξέων.  Μεγαλύτερα πεπτίδια αναφέρονται ως πολυπεπτίδια ή πρωτεΐνες.  Ανάλογα με το νούμερο των αμινοξέων, τα πεπτίδια ονομάζονται διπεπτίδια, τριπεπτίδια, τετραπεπτίδια, κλπ.

Πετροσέλινο [Petroselinum Crispum]

Το πετροσέλινο ή μαϊντανός είναι ένα βότανο που έχει υψηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο και είναι πλούσια σε βιταμίνη Α και βιταμίνη C, και επίσης περιέχει ασβέστιο, θειαμίνη (βιταμίνη Β1), ριβοφλαβίνη (βιταμίνη Β2), νιασίνη (βιταμίνη Β3), ψευδάργυρο, και κάλιο.  Το πετροσέλινο θεωρείται ισχυρό διουρητικό, χρήσιμο έναντι της κατακράτησης υγρών, ουρητικών/νεφρικών λίθων και ουρητικών λοιμώξεων.

Πεύκο [Pinus Spp.]

Ο φλοιός του πεύκου είναι πλούσιος σε προανθοκυανιδίνες που φαίνεται ότι διαδραματίζουν ρόλο στους πνεύμονες.  Λόγω της ισχυρής αντιοξειδωτικής ικανότητας το εκχύλισμα φλοιού του πεύκου έχει χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία βρογχίτιδας, φυματίωσης, παθήσεων του δέρματος, και ρευματισμών.

Πικραλίδα [Tarxacum Officinale]

Οι φαρμακευτικές και διατροφικές χρήσεις της πικραλίδας είναι η κύρια αιτία που υπάρχουν τόσες πολλές πικραλίδες σήμερα.  Η πικραλίδα χρησιμοποιείται για προβλήματα δυσπεψίας, ήπατος και χοληδόχου κύστης, για λοιμώξεις του ουροποιητικού σωλήνα, και απώλεια όρεξης.  Άλλες χρήσεις συμπεριλαμβάνουν την θεραπεία διαταραχών στην ροή χολής, αιμορροΐδες, συμφόρηση της πυλαίας κυκλοφορίας, ουρική αρθρίτιδα, ρευματικές ανωμαλίες, έκζεμα και άλλες δερματικές παθήσεις.  Οι πικραλίδες θεωρούνται επίσης ευεργετικές στην ανακούφιση της κακοδιαθεσίας πολλών καταστάσεων συμπεριλαμβανομένων του έρπητα, γεννητικές μυρμηγκιές , και παχυσαρκία.

Πικροπέπονο [Momordica Charantia]

Το πικροπέπονο είναι ένα τροπικό βότανο που έχει χρησιμοποιηθεί σε παραδοσιακές ιατρικές.  Το πικροπέπονο περιέχει ποικιλία βιολογικών ενεργών φυτοχημικών συμπεριλαμβανομένων τριτερπενίων, πρωτεϊνών, και στεροειδών.  Το βότανο δρα στην θανάτωση βακτηριδίων, ιών, καρκινικών κυττάρων, και λευχαιμικών κυττάρων, στην αποτροπή όγκων, στην θεραπεία διαβήτη και μείωση του σακχάρου αίματος, στην μείωση της πίεσης, της χοληστερόλης, και της θερμοκρασίας σώματος.

Πιπεριά Καυτερή [Capsicum Frutescens]

Το πιπέρι της καυτερής πιπεριάς χρησιμοποιείται για γεύση στα φαγητά και για ιατρικούς σκοπούς.

Η καυτερή πιπεριά διεγείρει τις ενδορφίνες, φυσικές οπιοειδείς βιοχημικές ενώσεις.  Έχει χρησιμοποιηθεί για προβλήματα του γαστρεντερικού σωλήνα, παθήσεις του κυκλοφορικού συστήματος, ρευματικούς και αρθριτικούς πόνους, ερεθισμένο λαιμό και ως στυπτικό.

Πιπερόριζα [Zingiber Officinalis]

Η πιπερόριζα είναι το πιο διαδεδομένο και ευρέως χρησιμοποιούμενο βότανο στον πλανήτη, γηγενές των Ινδιών και της Κίνας. 

Η πιπερόριζα είναι κοινώς γνωστή για την αποτελεσματικότητά της ως βοηθητικό της πέψης.  Με την αύξηση των πεπτικών υγρών και της σιέλου, η πιπερόριζα ανακουφίζει την δυσπεψία, πόνους από αέρια, διάρροια και συσπάσεις του στομάχου.  Η πιπερόριζα χρησιμοποιείται επίσης για την αντιμετώπιση της ναυτίας που σχετίζεται την κίνηση και την πρωινή ναυτία.

Πλατομαντήλα ή Κολλητσίδα [Arctium Lappa]

Η πλατομαντήλα έχει χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση διαφόρων καταστάσεων εδώ και αιώνες.  Παραδοσιακά, έχει χρησιμοποιηθεί ως “καθαριστής αίματος” καθαρίζοντας τις τοξίνες από το αίμα, ως διουρητικό βοηθώντας στην αποβολή υγρών αυξάνοντας την ούρηση, και ως τοπική θεραπεία για δερματικά προβλήματα όπως το έκζεμα, την ακμή, και την ψωρίαση.  Στην παραδοσιακή Κινέζικη Ιατρική, η πλατομαντήλα συχνά χρησιμοποιείται μαζί με άλλα βότανα για τον πονόλαιμο και τα κρυολογήματα.  Η πλατομαντήλα έχει αντιμικροβιακή δράση έναντι παθογόνων βακτηρίων και μυκήτων.  Ο καρπός της πλατομαντήλας μειώνει το σάκχαρο του αίματος.

Πλευρικά (φύλλα)

Αυτά που αναπτύσσονται αριστερά και δεξιά πάνω στον βλαστό.

Ποδίσκος

Το τμήμα που ενώνει το άνθος με τον βλαστό.

Πολυακόρεστα Λιπαρά Οξέα

Πολυακόρεστα λιπαρά οξέα είναι τα λιπαρά οξέα που στερούνται τέσσερα ή και περισσότερα άτομα υδρογόνου και που έχει δύο ή και περισσότερους διπλούς δεσμούς μεταξύ των ατόμων άνθρακα.  Παραδείγματα πολυακόρεστων λιπαρών οξέων είναι το λινολεϊκό οξύ (δύο διπλούς δεσμούς) και το λινολενικό οξύ  Ένα πολυακόρεστο λίπος αποτελείται από τριγλυκερίδια στα οποία τα περισσότερα λιπαρά οξέα είναι πολυακόρεστα. (τρεις διπλούς δεσμούς).

Πολυαμίνες

Πολυαμίνες είναι οργανικές ενώσεις που έχουν δύο ή και περισσότερες κύριες αμινομάδες.  Είναι συστατικά των κυττάρων που είναι σημαντικά στην ρύθμιση του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και κυτταρικής διαφοροποίησης.  Υπάρχουν επίσης αποδείξεις που υποδεικνύουν έναν ρόλο των πολυαμινών στον προγραμματισμένο κυτταρικό θάνατο.  Παρόλο που οι ακριβείς λειτουργία τους δεν έχει ακόμα αναγνωριστεί, είναι εμφανές ότι οι πολυαμίνες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε έναν αριθμό κυτταρικών διαδικασιών όπως ο αναδιπλασιασμός, η μεταγραφή, και η μετάφραση.  Εάν ανασταλεί η παραγωγή κυτταρικών πολυαμινών, η ανάπτυξη των κυττάρων σταματά ή επιβραδύνεται σημαντικά.  Η παροχή εξωγενών πολυαμινών αποκαθιστά την ανάπτυξη αυτών των κυττάρων.

Πολυδύναμο

Ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται σε πολλές ασθένειες.

Πολυετές (φυτό)

Αυτό που ζει πολλά χρόνια.

Πολυσακχαρίτες

Οι πολυσακχαρίτες είναι ενώσεις που απαρτίζονται από πολλούς μονοσακχαρίτες συνδεδεμένοι μεταξύ τους.  Μία ενδιάμεση αλυσίδα τριών με δέκα μονοσακχαριτών είναι ένας ολιγοσακχαρίτης.

Πολυφαινόλες

Οι πολυφαινόλες είναι μία ομάδα χημικών ουσιών που βρίσκονται στα φυτά.  Οι ταννίνες, οι λιγνίνες και τα φλαβονοειδή είναι υποκατηγορίες των πολυφαινολών.

Ένα πολυφαινολικό αντιοξειδωτικό είναι ένας τύπος αντιοξειδωτικού που περιέχει μία πολυφαινολική δομή.  Σε σχέση με την ανθρώπινη υγεία αυτές οι ενώσεις, που απαριθμούν πάνω από 4000 διαφορετικά είδη, θεωρούνται σημαντικές για την αντιμετώπιση του οξειδωτικού στρες, ένα σύνδρομο που είναι η αιτία για κάποιες νευροεκφυλιστικές ασθένειες και καρδιοπάθειες.

Πράσινο Τσάι [Camellia Sinensis]

Υπάρχουν αρχαιολογικές αποδείξεις που αναφέρουν ότι το τσάι καταναλώνεται εδώ και 5000 χρόνια, με την Κίνα και τις Ινδίες να είναι οι πρώτες χώρες καλλιέργειάς τους.  Το πράσινο τσάι έχει χρησιμοποιηθεί ως παραδοσιακή ιατρική σε περιοχές όπως Ινδίες, Κίνα, Ιαπωνία και Ταϊλάνδη για τα πάντα, από τον έλεγχο αιμορραγίας και στην θεραπεία τραυμάτων ως την ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος, του σακχάρου αίματος και καλύτερη χώνευση.

Πριβιωτικά

Τα πριβιωτικά είναι κυρίως ολιγοσακχαρίτες.  Τα πριβιωτικά είναι άπεπτα τροφικά συστατικά που έχουν ευεργετική επίδραση στην υγεία, ενεργοποιώντας επιλεκτικά την ανάπτυξη ή και την δραστικότητα ενός μικροοργανισμού ή ενός περιορισμένου αριθμού βακτηρίων στο κόλον, που αποτελούν την μικροχλωρίδα του εντέρου.  Βελτιώνοντας έτσι την υγεία του ξενιστή αποτελούν την προτιμούμενη τροφή των φιλικών βακτηρίων, δηλαδή των προβιωτικών.

Προανθοκυανιδίνες

Οι προανθοκυανιδίνες είναι μία ομάδα φλαβονοειδών συμπλεγμάτων που δρουν ως αντιοξειδωτικά στον ανθρώπινο οργανισμό.

Οι προανθοκυανιδίνες βοηθούν στην προστασία έναντι των επιπτώσεων του ενδογενούς και περιβαλλοντολογικού στρες όπως το κάπνισμα και της μόλυνσης, καθώς και ενισχύει τις φυσιολογικές μεταβολικές διαδικασίες του σώματος.

Προβιωτικά

Προβιωτικά είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει τις επιδράσεις των “φιλικών” βακτηρίων για την προαγωγή της υγείας.  Υπάρχουν τουλάχιστον 400 διαφορετικά γένη μικροχλωρίδας στον ανθρώπινο γαστρεντερικό σωλήνα.  Τα πλέον σημαντικά φιλικά βακτήρια είναι τα Lactobacillus acidophilus και τα Bifidobacterium bifidum.

Προκυανιδίνες

Οι προκυανιδίνες είναι οι κύριες πολυφαινόλες στο κόκκινο κρασί που σχετίζονται με μειωμένο κίνδυνο στεφανιαίας καρδιοπάθειας και γενική μείωση την θνησιμότητας.  Οι προκυανιδίνες καταστέλλουν την παραγωγή της πρωτεΐνης ενδοθηλίνης-1 η οποία συσφίγγει τα αιμοφόρα αγγεία.

Προλίνη

Η προλίνη είναι ένα μη-απαραίτητο αμινοξύ και ένα από τα είκοσι αμινοξέα που κωδικοποιούνται από το DNA.  Το σώμα μπορεί να παράγει την προλίνη από την ορνιθίνη ή το γλουταμικό οξύ και, εάν χρειαστεί, μπορεί να μετατραπεί ξανά σε ορνιθίνη.  Η προλίνη απαιτείται για την δημιουργία κολλαγόνου με την παρουσία της βιταμίνης C.  Η προλίνη βοηθά στην μείωση της πίεσης του αίματος, και είναι σημαντικοί στην επιδιόρθωση των μυών, των τενόντων, και του κολλαγόνου.  Βοηθά στην ελαστικότητα του δέρματος που σχετίζεται με την γήρανση και την έκθεση στον ήλιο, και είναι ουσιώδης για την υγεία του δέρματος.

Προσταγλανδίνες

Οι προσταγλανδίνες είναι μέλη της κατηγορίας των βιοχημικών λιπιδίων και είναι γνωστές για τις ισχυρές φυσιολογικές ιδιότητές τους.  Παραγόμενα από αραχιδονικό οξύ, ανήκουν στην υποκατηγορία των λιπιδίων γνωστές ως εικοσανοειδή λόγω των δομικών ομοιοτήτων με τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα 20 ανθράκων.  Αρχικά οι προσταγλανδίνες θεωρούντο ότι προέρχονται από τον αδένα του προστάτη.  Ωστόσο, οι προσταγλανδίνες μπορούν να βρίσκονται σε πολλούς ιστούς καθότι δεν περιορίζονται σε ειδικά όργανα.  Οι προσταγλανδίνες είναι ενεργές για μικρή χρονική περίοδο πριν μετατραπούν σε μη-ενεργή μορφή και ακολούθως αποβληθούν από το σώμα.  Η σύνθεση των προσταγλανδινών λαμβάνει μέρος στις μεμβράνες διαφόρων κυττάρων.

Πρωτεάσες

Οι πρωτεάσες είναι ένζυμα που διεξάγουν πρωτεόλυση (καταβολισμό με υδρόλυση των δεσμών πεπτιδίων που συνδέουν τα αμινοξέα σε μία αλυσίδα πολυπεπτιδίων).

Πρωτεΐνη

Οι πρωτεΐνες είναι μεγάλες οργανικές συνθέσεις από αμινοξέα.  Μία πρωτεΐνη δημιουργείται μέσω της συμπύκνωσης των αμινοξέων για να δημιουργήσουν μία αλυσίδα “κατάλοιπων” αμινοξέων συνδεδεμένα με δεσμούς πεπτιδίων.  Οι πρωτεΐνες καθορίζονται από την μοναδική αλληλουχία των κατάλοιπων αμινοξέων.  Αυτή η αλληλουχία είναι η κύρια δομή των πρωτεϊνών.  Όπως τα γράμματα της αλφαβήτου συνδυάζονται για να σχηματίζουν ατελείωτη ποικιλία λέξεων, τα αμινοξέα μπορούν να ενωθούν με ποίκιλλες αλληλουχίες για να σχηματίσουν έναν πελώριο αριθμό πρωτεϊνών.  Η αλληλουχία των αμινοξέων σε μία πρωτεΐνη ορίζεται από ένα γονίδιο και είναι κωδικογραφημένο στον γενετικό κώδικα.  Παρόλο που αυτός ο γενετικός κώδικας ορίζει 20 συνήθη αμινοξέα, τα κατάλοιπα σε μία πρωτεΐνη είναι συχνά χημικά αλλοιωμένα κατά την μετα-μεταφραστική τροποποίηση είτε πριν η πρωτεΐνη μπορεί να λειτουργήσει μέσα στο κύτταρο ή σαν μέρος των μηχανισμών ελέγχου.  Οι πρωτεΐνες μπορούν να δράσουν μαζί για να επιτύχουν μία συγκεκριμένη λειτουργία, και πολλές φορές συνδέονται για να σχηματίσουν σταθερά συμπλέγματα.

Πρωτεΐνη Σόγιας

Από όλα τα όσπρια που έχουν μελετηθεί, το ολόκληρο φασόλι σόγιας έχει το υψηλότερο επίπεδο φυτικού οξέος, ένα οργανικό οξύ και χηλιωτής μετάλλων που υπάρχει στα φυτικά κύτταρα, όπως στο πίτουρο και στους σπόρους, το οποίο δεσμεύει ορισμένα μέταλλα της τροφής: το ασβέστιο, το μαγνήσιο, τον σίδηρο και ιδιαιτέρως τον ψευδάργυρο – στον εντερικό σωλήνα, και μειώνει την ποσότητα που αφομοιώνει το σώμα.  Για ανθρώπους που καταναλώνουν ιδιαίτερα μειωμένες ποσότητες των απαραίτητων μετάλλων, αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ανεπιθύμητο.  Ωστόσο, οι διατροφικοί χηλιωτές μετάλλων βοηθούν ώστε να αποφευχθεί η υπέρ-μεταλλοποίηση των αρθρώσεων, των αιμοφόρων αγγείων, και άλλων σημείων του σώματος, πράγμα που είναι σύνηθες σε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας.

Πρωτεϊνική Κινάση

Η πρωτεϊνική κινάση είναι ένα ένζυμο κινάσης που μετατρέπει άλλες πρωτεΐνες με την χημική προσθήκη σε αυτές φωσφορικών ομάδων (φωσφορυλίωση). 

Πτεροειδή (φύλλα)

Αυτά που έχουν επιμήκη φυλλάρια κατά ζεύγη, εκατέρωθεν ενός άξονα.

Πυκνογενόλη [Pinus Maritima]

Η πυκνογενόλη είναι ένα εμπορικό σήμα του εξαιρετικά τυποποιημένου εκχυλίσματος προκυανιδινών από τον φλοιό του θαλάσσιου πεύκου.

Πυριδοξίνη (Βιταμίνη Β6)

Βλέπε Βιταμίνη Β6.

Πυριτικό Οξύ

Το πυριτικό οξύ είναι ένα γενικό όνομα για μία οικογένεια χημικών ενώσεων από πυρίτιο, υδρογόνο, και οξυγόνο.

Πυρίτιο

Το πυρίτιο είναι το δεύτερο πιο άφθονο στοιχείο της γης, με το οξυγόνο να είναι το πρώτο.  Το πυρίτιο χρειάζεται για την σωστή λειτουργία του ενζύμου προϋδροξυλάση που λειτουργεί στην διαμόρφωση του κολλαγόνου στα οστά, στους χόνδρους, και σε άλλους συνδετικούς ιστούς.  Επίσης, μπορεί να είναι σημαντικό στην ασβεστοποίηση των οστών – μεγάλες συγκεντρώσεις πυριτίου έχουν βρεθεί στα σημεία ασβεστοποίησης των αναπτυσσομένων οστών.  Ωστόσο, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις πυριτίου βρίσκονται στο δέρμα και στα μαλλιά.  Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι η περιεκτικότητα σε πυρίτιο της αορτής, του θύμου αδένα, και του δέρματος τείνει να μειώνεται με την γήρανση ενώ σε άλλους ιστούς δεν παρατηρείται μείωση.

Ρ

Ραφίδες

Κρύσταλλοι οξαλικού ή πυριτικού ασβεστίου που βρίσκονται μέσα στους φυτικούς ιστούς.

Ριβονουκλεϊνικό Οξύ (RNA)

Το ριβονουκλεϊνικό οξύ είναι ένα νουκλεϊνικό οξύ που κατευθύνει τα ενδιάμεσα στάδια της παραγωγής πρωτεϊνών.  Στο κύτταρο, ένας άλλος τύπος γενετικού υλικού, που ονομάζεται δεοξυριβονουκλεϊνικό οξύ (DNA) , είναι φορέας της πληροφόρησης που καθορίζει την δομή των πρωτεϊνών.  Αλλά το DNA δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνο του και στηρίζεται στο RNA να μεταφέρει αυτή την υψίστης σημασίας πληροφόρηση κατά την διάρκεια της σύνθεσης των πρωτεϊνών.

Ριβοφλαβίνη (Βιταμίνη Β2)

Βλέπε Βιταμίνη Β2.

Ρίζωμα

Οριζόντιος υπόγειος βλαστός, που αναπτύσσει ρίζες από το κάτω μέρος και φύλλα από πάνω.

Ρόδακας

Το σύνολο των φύλλων που αναπτύσσονται κυκλικά, πάνω στο ίδιο επίπεδο.

Ροδιόλα [Rhodiola Rosea]

Οι επιδράσεις της ροδιόλας αποδίδονται στην ικανότητά της να βελτιστοποιεί τα επίπεδα σεροτονίνης και ντοπαμίνης και στην επίδρασή της στα οπιοειδή πεπτίδια όπως οι βήτα-ενδορφίνες.  Η ροδιόλα είναι αποτελεσματική για την βελτίωση της ψυχικής διάθεσης και για την ανακούφιση της κατάθλιψης.  Βοηθά την μνήμη, την διάρκεια προσοχής, την διανοητική οξύτητα, τις κρίσεις άγχους/πανικού, την διανοητική και φυσική κόπωση και την συγκέντρωση.  Η ροδιόλα βοηθά το σώμα να προσαρμοστεί σε χημικά και περιβαλλοντολογικά στρες, ομαλοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα και ρυθμίζει τα επίπεδα κάποιων ορμονών.

Ροδοψίνη

Η ροδοψίνη είναι μια χρωμοπρωτεΐνη (μία πρωτεΐνη συνδεδεμένη με μία ουσία που φέρει χρωστική) που περιέχεται στα φωτοευαίσθητα κύτταρα των ραβδίων του αμφιβληστροειδούς.  Δρα στην προσαρμογή των ματιών στον θαμπό φωτισμό.  Όταν το μάτι εκτίθεται στο φωτεινό φως, η ροδοψίνη αποχρωματίζεται.  Μετά από ένα διάστημα σκότους, επανέρχεται στο πρότερο πορφυροκόκκινο χρώμα της.

Ρουτίνη [Dimorphandra Mollis]

Η ρουτίνη είναι ένα φλαβονοειδές γλυκοσίδιο των εσπεριδοειδών που βρίσκεται και στην dimorphandra mollis, φυτό της κεντρικής Βραζιλίας.  Η ρουτίνη είναι ένα γλυκοσίδιο μεταξύ της φλαβονόλης κερκετίνη και του δισακχαριδίου ρουτινόζη.  Συνδυάζεται με τα κατιόντα, παρέχοντας θρεπτικές ουσίες από το χώμα στα κύτταρα των φυτών.  Στους ανθρώπους, προσάπτεται στα ιόντα σιδήρου, εμποδίζοντάς τα να δεσμεύονται με υπεροξείδια υδρογόνου, τα οποία εναλλακτικά θα προκαλούσαν μία εξαιρετικά αντιδραστική ελεύθερη ρίζα που μπορεί να βλάψει τα κύτταρα.  Είναι επίσης ένα αντιοξειδωτικό που διαδραματίζει ρόλο στην αποτροπή ορισμένων μορφών καρκίνου.  Η ρουτίνη επίσης ενδυναμώνει τα αγγεία και μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη των φλεβικών οιδημάτων στα κάτω άκρα.  Η ρουτίνη μπορεί να μειώσει την κυτταροτοξικότητα της οξειδωμένης LDL χοληστερόλης και μειώνει τον κίνδυνο της καρδιοπάθειας.

Ρουτοσίδιο

Το ρουτοσίδιο είναι ένα φλαβονοειδές που αποσπάται από το φαγόπυρο, τα μπουμπούκια λουλουδιών του δέντρου παγόδα και τα φύλλα αρκετών ειδών ευκαλύπτου.  Η ρουτίνη είναι συνώνυμο του ρουτοσιδίου.  Το ρουτοσίδιο είναι στην πραγματικότητα μία μορφή κερκετίνης που είναι ένα από τα πλέον κοινά και άφθονα φλαβονοειδή.

Ρύθμιση του pH του σώματος – Οξεοβασική ομοιόσταση

Το pH του εξωκυττάριου χώρου προστατεύεται από τρία συστήματα:

  • Χημικά buffers

δρουν τάχιστα (< 1 sec)

  • Αναπνευστική λειτουργία

δρα ταχέως (sec to min)

  • Νεφρική λειτουργία

δρα αργά (hr to 2-3 d)

Η οξεοβασική ισορροπία είναι ένα μέρος της συνολικής βιολογικής ομοιόστασης και αναφέρεται, στη σωστή χημική ισορροπία, μεταξύ οξέων και βάσεων, η οποία ονομάζεται pH του σώματος. Το σώμα είναι πολύ ευαίσθητο στα επίπεδα του εξωκυτταρικού pH, έτσι υπάρχουν ισχυροί μηχανισμοί για να το διατηρήσει. Έξω από το αποδεκτό εύρος του pH, πρωτεΐνες μετουσιώνονται και χάνουν τη βιολογική τους αξία, ένζυμα χάνουν την ικανότητά τους να λειτουργούν, πράγμα το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο. Οι αρχές της γενικής ισορροπίας οξέων-βάσεων ισχύουν στη φυσιολογία των ζωντανών συστημάτων.

Η οξεοβασική ισορροπία του σώματος κανονικά ρυθμίζεται πολύ αυστηρά από ρυθμιστικούς παράγοντες (διαλύματα), το αναπνευστικό σύστημα και το νεφρικό σύστημα, διατηρώντας το pH του αρτηριακού αίματος μεταξύ 7.36 και 7.42. Στο αίμα υπάρχουν ενώσεις (ασθενείς βάσεις ή οξέα) οι οποίες δεσμεύουν H+ όταν αυξάνεται η [H+] και απελευθερώνουν H+ όταν μειώνεται η [H+], εμποδίζοντας οποιαδήποτε αλλαγή στο pH. Τα εξωκυτταρικά ρυθμιστικά περιλαμβάνουν διττανθρακικό και αμμωνία ενώ, οι πρωτεΐνες και τα φωσφορικά δρουν ως ενδοκυτταρικά ρυθμιστικά. Το όξινο ρυθμιστικό σύστημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς το διοξείδιο του άνθρακα (CO2) μπορεί να αλλάξει μέσω ανθρακικού οξέος (H2CO3) σε ιόντα υδρογόνου και και όξινο ανθρακικό (HCO-3) όπως δείχνεται παρακάτω1:

H20 + CO2↔ H2CO3 ↔ H+ + HCO-3

Οξεοβασικές ισορροπίες που ξεπερνούν το παραπάνω ρυθμιστικό σύστημα μπορούν να αντισταθμιστούν σε σύντομο χρονικό διάστημα με αλλαγή του κυψελιδικού αερισμού, ο οποίος αλλάζει τη τη συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα, αλλάζοντας την παραπάνω αντίδραση σύμφωνα με την αρχή του Le Chatelier, η οποία με τη σειρά της μεταβάλλει το pH. Για παράδειγμα, εάν το pH του αίματος πέσει πολύ χαμηλά (οξυαιμία), το σώμα θα αντισταθμίσει αυξάνοντας την αναπνοή, αποβάλλοντας έτσι διοξείδιο του άνθρακα, μετατοπίζοντας την παραπάνω αντίδραση προς τα αριστερά, έτσι ώστε λιγότερα ιόντα υδρογόνου να παραμένουν ελεύθερα. Με αυτόν τον τρόπο το pH θα επιστρέψει σε φυσιολογικές τιμές. Για την αλκαλαιμία ισχύει η αντίστροφη διαδικασία.

Οι νεφροί είναι πιο αργοί όσον αφορά την αντιστάθμιση, αλλά η νεφρική φυσιολογία έχει πολύ ισχυρούς μηχανισμούς για τον έλεγχο του pH με την απέκκριση της περίσσειας οξέος ή βάσεων. Οι νεφροί ρυθμίζουν τη συγκέντρωση των H+ στο πλάσμα, α) με την αύξηση ή ελάττωση της συγκεντρώσεως HCO3 στα ούρα, παράγοντας αλκαλικά ή όξινα ούρα, β) με την απέκκριση ασθενών ανιόντων (πχ. ΝΗ3) και, γ) με την απέκκριση ισχυρών οξέων με τη μορφή αμμωνιακών αλάτων. Όταν οι νεφροί αποβάλλουν όξινα ούρα (απέκκριση Η+), προκαλείται επαναρρόφηση ΗCO3 στη νεφρική φλέβα, άρα αύξηση της συγκεντρώσεως ΗCO3 στο αίμα. Όταν αποβάλλουν αλκαλικά ούρα (απέκκριση ΗCO3), η συγκέντρωση των ΗCO3 στο αίμα και το εξωκυττάριο υγρό μειώνεται.

  • Αναπνευστική ρύθμιση του pH

Επί μεταβολικής οξεώσεως ο κυψελιδικός αερισμός αυξάνεται από 5 1/min σε 30 1/min ή και περισσότερο, καθώς το αρτηριακό pH μειώνεται από 7.40 προς 7.00 (αναπνοή Kausmaul). Η αύξηση του αερισμού επί μεταβολικής οξεώσεως συνιστά αποδοτική αντιρροπιστική αντίδραση του οργανισμού, εφ' όσον επιτυγχάνεται δραστική μείωση της PaCO2, με την οποία ωθείται η επιστροφή του pH προς τα φυσιολογικά όρια. Η αρχική μεταβολή του αερισμού διαμεσολαβείται από τους περιφερικούς χημειοϋποδοχείς (a1390). Η αύξηση του αερισμού επιφέρει ελάττωση της PaCO2, που συνεπάγεται οξεία αύξηση του pH του ENY και του διαμέσου χώρου στον εγκέφαλο, καθώς το CO2 διαπερνά αθρόα τον αιματεγκεφαλικό φραγμό (αλλά όχι και το HCO3). Ως αποτέλεσμα αυτού του «παραδόξου», οι κεντρικοί χημειοϋποδοχείς «βλέπουν αλκαλιαιμία», ώστε να τείνουν να μειώσουν τον αερισμό. Εάν η μεταβολική οξέωση παραταθεί επί ώρες ή ημέρες, το pH στον εγκεφαλικό ιστό θα μειωθεί, ως αποτέλεσμα διηθήσεως ιόντων ή σχηματισμού νέου ΕΝΥ, το οποίο αντανακλά τα επίπεδα του συστηματικού pH. Έτσι, η προσαρμογή εγκεφάλου ολοκληρώνεται σε 12-24 ώρες, μετά την παρέλευση των οποίων ολοκληρώνεται η αντιρροπιστική προσαρμογή του αερισμού. Αντίθετα, η ελάττωση του αερισμού (κυψελιδικός υποαερισμός), που συνεπάγεται αύξηση της PaCO2 και προκαλεί μείωση του pH προς το φυσιολογικό, επί μεταβολικής αλκαλώσεως, όπου τα HCO3 του πλάσματος αυξάνονται. Η σημασία της αναπνευστικής ρυθμίσεως του pH αναγνωρίζεται καλύτερα με το επόμενο παράδειγμα.

Επί διαβητικής κετοξεώσεως, η παραγωγή κετοξέων ρυθμίζεται μερικώς στο εξωκυττάριο υγρό, απολήγοντας σε δραστική μείωση της συγκεντρώσεως των HCO3 στο πλάσμα, π.χ. 6 mmol/1. Εάν η PaCO2 παρέμενε σταθερή, το pH, σύμφωνα με την εξίσωση (a572,3), θα ήταν: pH= 6.1 + log(5/0.03x40)= 6.80. Καθώς, όμως, διεγείρεται ο αερισμός, η PaCO2 μειώνεται σε επίπεδα μικρότερα των 16 mmHg και το pH διαμορφώνεται: pH= 6.1 + log(5/0.03x16)= 7.22• τιμή που είναι πολύ καλύτερα ανεκτή2.

  • Νεφρική ρύθμιση του pH

Α. νεφρική αύξηση της συγκεντρώσεως HCO3- στο αίμα

Φυσιολογικά, οι νεφροί αποδίδουν ολόκληρη την την ποσότητα των HCO3-, που διηθήθηκε στα εγγύς εσπειραμένα σωληνάρια. Επί οξεώσεως, η απέκκριση των Η+αυξάνεται πέρα από την αναγκαία για την κατακράτηση του διηθηθέντος HCO3-, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι νεφροί έχουν την ικανότητα να παράγουν νέα μόρια O3-HC.

a. επαναρρόφηση HCO3-

Με τον τρόπο αυτό, επαναρροφώνται την ημέρα περίπου 4300 mmol HCO3-, σε φυσιολογικές συνθήκες, προς διατήρηση της αλκαλικής παρακαταθήκης του αίματος, ώστε τα τελικά ούρα να είναι σχεδόν τελείως απαλλαγμένα HCO3-. Σε συνθήκες μεταβολικής αλκαλώσεως, όπου η [HCO3-] είναι μεγαλύτερη των 28 mEq/1, μικρό μέρος των HCO3- αποβάλλεται τελικά με τα ούρα.

b. απέκκριση Η+

Υπάρχουν τρεις ισχυρές οδοί αποβολής Η+ από τα ούρα: 1) απέκκριση ελεύθερων Η+. Μόνο μικρή ποσότητα (0.03 mEq/1) ελεύθερων Η+ αποβάλλονται από τους νεφρούς, με τον τρόπο αυτό. 2) δέσμευση Η+ στο ΝΗ+ και, 3) δέσμευση [Η+] στα HPO4-. Αποβάλλεται με αυτόν τον τρόπο περίπου ολόκληρη η ποσότητα των ημερησίως, υπό φυσιολογικές συνθήκες (φυσιολογικά επίπεδα CO2), παραγομένων Η+ (περίπου 70 m/Eq ή 3.5 mmoles/min), αλλά και μεγάλο μέρος της περίσσειας παραγωγής τους σε συνθήκες μεταβολικής οξεώσεως, όπως επί διαβητικής οξεώσεως , όπου η μεταβολή Η+μπορεί να ξεπεράσει τα 300-350 mEq/1. Τα μόρια CO2 και Η2Ο εισέρχονται ευχερώς στα κύτταρα των εγγύς σωληναρίων, όπου η παρουσία καρβονικής ανυδράσης καταλύει το σχηματισμό H2CO3, που υδρολύεται αμέσως σε H2CO3- και Η+. Τα HCO3- επαναρροφώνται στο αίμα, ενώ τα Η+ διαχέονται στον αυλό των σωληναρίων όπου προστίθενται στο NH3 προς σχηματισμό ΝΗ4+ και στο ΗΡΟ4- (μονόξινο φωσφορικό ιόν) προς σχηματισμό H2PO4- (δισόξινο φωσφορικό ιόν).

Β. παράγοντες που επηρεάζουν την απέκκριση Η+και την επαναρρόφηση των HCO3

Στους παράγοντες αυτούς συγκαταλέγονται:

a. η PaCO2

Επί υπερκαπνίας, αυξάνεται η νεφρική επαναρρόφηση HCO3, καθώς επίσης και η αποβολή Η+ (όξινα ούρα), επειδή προάγεται α)η υδάτωση του CO2 προς H2CO3 και, β) η αύξηση της απεκκρίσεως Η+. Αντίθετα φαινόμενα εκδηλώνονται επί υποκαπνίας, κατά την οποία λιγότερα μόρια CO2 υδατώνονται προς ανθρακικό οξύ και διίστανται προς Η+ και HCO3.

b. η συγκέντρωση του Κ+

Επί υποκαλιαιμίας αυξάνεται η επαναρρόφηση HCO3, επειδή συνεπάγεται ενδοκυττάρια οξέωση και αύξηση της απεκκρίσεως Η+ υπό των σωληναριακών κυττάρων. Αντίθετα ισχύουν επί υπερκαλιαιμίας12.

c. η μείωση της καρβονικής ανυδράσης

Το ψευδαργυροεξαρτώμενο αυτό ένζυμο, καταλύει, ως γνωστό, την αντίδραση υδρολύσεως του CO2. Η αναστολή του ενζύμου (π.χ, δια χορηγήσεως ακεταζολαμίδης) μειώνει την απέκκριση Η+, χωρίς όμως να την καταργεί εντελώς. Αντίθετα, μάλιστα, έχει αναγνωριστεί ότι σε καταστάσεις σοβαρής μεταβολικής οξεώσεως, η νεφρική έκκριση Η+ επιτελείται κανονικά, ακόμη και χωρίς την καταλυτική παρουσία της καρβονικής ανυδράσης [8.3.Α].

d. η συγκέντρωση των CI-

Η υποχλωραιμία επάγει την επαναρρόφηση HCO3, ενώ η υπερχλωραιμία τη μειώνει, πιθανώς λόγω της μειώσεως του όγκου του εξωκυττάριου χώρου, η οποία επάγει τη σωληναριακή επαναρρόφηση Na+ και μαζί με αυτό παρασύρεται και HCO3, ως συνοδό ανιόν.

1Garrett, Reginald H., Grisham, Charles M (2010): Biochemistry. Cengage Learning

2http://respi-gam.net/node/3117

Σ

Σαλικυλικά

Τα σαλικυλικά είναι χημικά που βρίσκονται φυσικά στα φυτά και είναι πρωτεύον συστατικό της ασπιρίνης και άλλων παυσίπονων.  Βρίσκονται επίσης σε πολλά φρούτα και λαχανικά, καθώς και σε πολλά κοινά προϊόντα υγείας και ομορφιάς.  Μήλα, αβοκάντο, μούρα, χουρμάδες, ακτινίδια, ροδάκινα, βατόμουρα, σύκα, σταφύλια, δαμάσκηνα φρέσκα και ξερά, φράουλες, κεράσια, γκρέιπφρουτ, κουνουπίδι, αγγούρια, μανιτάρια, ραπανάκια, μελιτζάνες, σπανάκι, κολοκυθάκια, μπρόκολο, αράπικα φιστίκια, αιγινίτικα φιστίκια και αμύγδαλα περιέχουν σαλικυλικά.

Σαπωνίνες

Οι σαπωνίνες είναι φυτοχημικά που βρίσκονται στα περισσότερα λαχανικά, φασόλια, και βότανα.  Οι πιο γνωστές πηγές των σαπωνινών είναι ο αρακάς, τα φασόλια σόγιας, και ορισμένα βότανα που έχουν ονόματα που υποδεικνύουν αφρώδεις ιδιότητες. 

Οι σαπωνίνες έχουν πολλά οφέλη υγείας.  Μελέτες δείχνουν τα ευεργετικά οφέλη στα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα, στον καρκίνο, στην υγεία των οστών, και στην διέγερση του ανοσοποιητικού συστήματος.  Οι σαπωνίνες επίσης έχουν αντιοξειδωτικές ιδιότητες.

Σελήνιο

Το ιχνομέταλλο σελήνιο λειτουργεί πρωταρχικά ως συστατικό του αντιοξειδωτικού ενζύμου υπεροξειδάση της γλουταθειόνης, το οποίο συνεργεί με την βιταμίνη Ε στην πρόληψη ζημιών από ελεύθερες ρίζες στις μεμβράνες των κυττάρων.  Τα χαμηλά επίπεδα σεληνίου συνδέονται με μεγαλύτερο κίνδυνο καρκίνου, καρδιαγγειακές παθήσεις, φλεγμονώδεις παθήσεις, και άλλες καταστάσεις που συνδέονται με ζημιές από ελεύθερες ρίζες, συμπεριλαμβανομένης της πρόωρης γήρανσης και της δημιουργίας καταρράκτη.

Σέπαλα

Τα φύλλα του κάλυκα.

Σερενόα [Serenoa Repens]

Το εκχύλισμα σερενόας είναι ένα εκχύλισμα των φρούτων της σερενόας.  Είναι πλόυσιο σε λιπαρά οξέα και φυτοστερόλες.  Η σερενόα χρησιμοποιείται για συμπτώματα που σχετίζονται με καλοήθη προστατική υπερτροφία (μεγέθυνση του προστάτη).  Το εκχύλισμα σερενόας έχει υπάρξει αντικείμενο εντατικής έρευνας για την θεραπεία λοιμώξεων του ουροποιητικού σωλήνα.

Σερίνη

Η σερίνη είναι ένα μη-απαραίτητο αμινοξύ.  Συντίθεται από την γλυκίνη με την παρουσία φολικού οξέος και βιταμίνης Β6.  Η σερίνη εμπλέκεται στην σύνθεση του DNA.  Η σερίνη, σε συνδυασμό με υδατάνθρακες, μπορούν να σχηματίσουν γλυκοπρωτεΐνες.  Η σερίνη είναι ανοσοκατασταλτική και μπορεί πιθανώς να είναι χρήσιμη σε αυτοάνοσα νοσήματα.  Η σερίνη απαιτείται για τον σχηματισμό των φωσφολιπιδίων.  Εμπλέκεται επίσης στην λειτουργία του RNA και DNA, στον μεταβολισμό λιπαρών οξέων, διαμόρφωση μυών, και στην διατήρηση υγιούς ανοσοποιητικού συστήματος.  Τα έλυτρα μυελίνης που καλύπτουν τα νεύρα περιέχουν σερίνη.  Η σερίνη επίσης απαιτείται για την παραγωγή τρυπτοφάνης, ένα αμινοξύ που χρησιμοποιείται για την κατασκευή σεροτονίνης, και βοηθά επίσης στην απορρόφηση της κρεατίνης.

Σεροτονίνη

Η σεροτονίνη (5-υδροξυτρυπταμίνη ή 5-ΗΤ) είναι μία μονοαμίνη νευροδιαβιβαστής που συντίθεται στους σεροτονινεργικούς νευρώνες του κεντρικού νευρικού συστήματος και στα εντεροχρωμιόφυλλα κύτταρα του γαστρεντερικού σωλήνα.  Στο σώμα, η σεροτονίνη συντίθεται από το αμινοξύ τρυπτοφάνη και τον μεταβολίτη της 5-υδροξυτρυπτοφάνη (5-ΗΤΡ).  Η σεροτονίνη βρίσκεται σε πολλά μανιτάρια και φυτά, συμπεριλαμβανομένων φρούτων και λαχανικών.  Στο κεντρικό νευρικό σύστημα, η σεροτονίνη θεωρείται ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως νευροδιαβιβαστής στην ρύθμιση του θυμού, επιθετικότητας, θερμοκρασίας σώματος, ψυχικής διάθεσης, ύπνου, εμετού, σεξουαλικότητας, και όρεξης.  Επιπλέον, η σεροτονίνη βρίσκεται εκτενώς στον ανθρώπινο γαστρεντερικό σωλήνα και φυλάσσεται κυρίως στα αιμοπετάλια του κυκλοφορικού συστήματος. 

Σίδηρος

Ο σίδηρος είναι ένα απαραίτητα ιχνομέταλλο, κρίσιμο για πολλές κυτταρικές δραστηριότητες.  Ο σίδηρος διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην αιμοσφαιρίνη των ερυθρών κυττάρων, όπου λειτουργεί στην μεταφορά οξυγόνου από τους πνεύμονες στους σωματικούς ιστούς και στην μεταφορά διοξειδίου του άνθρακα από τους ιστούς στους πνεύμονες.  Ο σίδηρος επίσης λειτουργεί σε αρκετά κύρια ένζυμα στην παραγωγή ενέργειας και στον μεταβολισμό, συμπεριλαμβανομένης της σύνθεσης του DNA.  Οι αρνητικές επιδράσεις της ανεπάρκειας σιδήρου δημιουργούνται από την εξασθενημένη μεταφορά οξυγόνου στους ιστούς και την εξασθενημένη δραστηριότητα των ενζύμων που περιέχουν σίδηρο σε διάφορους ιστούς.  Η ανεπάρκεια σιδήρου μπορούν να οδηγήσουν σε αναιμία, υπερβολική εμμηνορροϊκή απώλεια, μαθησιακές ανικανότητες, εξασθενημένη λειτουργία του ανοσοποιητικού, και μειωμένα ενεργειακά επίπεδα και φυσικές επιδόσεις.

Σκιάδιο (ταξιανθία)

Ομάδες άνθεων που έχουν ισομεγέθεις ποδίσκους οι οποίοι αναπτύσσονται από το ίδιο σημείο.

Σκόρδο [Allium Sativum]

Το σκόρδο είναι ένα θεραπευτικό βότανο ποικίλων χρήσεων, το οποίο επίσης έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες.  Το φυτοχημικό αλισίνη που περιέχεται στο σκόρδο ευθύνεται για την χαρακτηριστική γεύση του φρέσκου σκόρδου.  Οι σουλφυδρυλικές (θείο και υδρογόνο) ουσίες του σκόρδου είναι ισχυροί χηλιωτές  Αυτές οι ίδιες ουσίες είναι αποτελεσματικές προστατευτικές ουσίες έναντι της οξείδωσης και των ελεύθερων ριζών.  Το σκόρδο βοηθά στην αποτοξίνωση των υπεροξειδίων όπως το υπεροξείδιο του υδρογόνου και βοηθά  στην βοηθούν να αποτρέψουν τα λίπη από οξείδωση και την εναπόθεσή τους στους ιστούς και στις αρτηρίες.  Το σκόρδο επίσης περιέχει αντιοξειδωτικές διατροφικές ουσίες όπως βιταμίνη Α, βιταμίνη C και σελήνιο.  Επίσης περιέχει ασβέστιο, σίδηρο, μαγνήσιο, μαγγάνιο, φώσφορο, κάλιο, ψευδάργυρο, βιταμίνη Β1, βιταμίνη Β2, και βιταμίνη Β3. των τοξικών μετάλλων, δεσμεύοντάς τα ώστε να αποβληθούν.

Σουλφοραφάνη

Η σουλφοραφάνη είναι αντικαρκινικές και αντιμικροβιακές ενώσεις που λαμβάνονται από την βρώση των σταυρανθών λαχανικών όπως τα λαχανάκια Βρυξελών, το μπρόκολο, το λάχανο, το κουνουπίδι, τις λαχανίδες, την μουστάρδα, τα γογγύλια, τα ραπανάκια, και το νεροκάρδαμο.

Σπάδικας (ταξιανθία)

Όπου τα άνθη αναπτύσσονται πάνω σε ένα βραχύ και παχύ άξονα (παράδειγμα: αραβόσιτος).

Σπασμολυτικό

Μία ουσία που προκαλεί χαλάρωση των λείων μυϊκών ινών.

Σπιρουλίνα [Spirulina Platensis]

Η σπιρουλίνα είναι μικροάλγος που ευδοκιμεί σε ζεστά, ηλιόλουστα κλίματα και σε αλκαλικά ύδατα σε όλο τον κόσμο, και παρέχει είκοσι φορές περισσότερη πρωτεΐνη από τα φασόλια σόγιας που καλλιεργούνται σε ίση έκταση γης.  Περιέχει ίσες συγκεντρώσεις διατροφικών στοιχείων με άλλους σπόρους, βότανα, ή φυτά.  Ανάμεσα στα πολύτιμα συστατικά του είναι το γάμμα λινολενικό οξύ, λινολεϊκό οξύ και αραχιδονικό οξύ, βιταμίνη Β12 (που χρειάζεται, ιδιαίτερα από χορτοφάγους, για υγιή ερυθρά αιμοσφαίρια), σίδηρο, υψηλά επίπεδα πρωτεΐνης (60 με 70%), απαραίτητα αμινοξέα, και τα νουκλεϊνικά οξέα RNA και DNA, μαζί με χλωροφύλλη, και φυκοκυανίνη, μία μπλε χρωστική ουσία που βρίσκεται μόνον στα μπλε-πράσινα άλγη και που έχουν αυξήσει τον βαθμό επιβίωσης σε ποντίκια με καρκίνο του ήπατος σε εργαστηριακά πειράματα.

Σπόρια

Μικρά αναπαραγωγικά κύτταρα που χρησιμεύουν για τον πολλαπλασιασμό στις φτέρες, τα βρύα, τους μύκητες, κλπ.

Σπόροι Σταφυλιού [Vitis Vinifera]

Το εκχύλισμα σπόρων σταφυλιού περιέχουν χημικά γνωστές ως πολυφαινόλες (συμπεριλαμβανομένων και των προανθοκυανιδών, υποκατηγορία των πολυφαινολών), που είναι αποτελεσματικά αντιοξειδωτικά.

Σταυρανθή Λαχανικά

Τα σταυρανθή λαχανικά είναι βρώσιμα λαχανικά.  Τα κοινά σταυρανθή λαχανικά είναι η λαχανίδα, τα πράσινα φύλλα λάχανου, το Κινέζικο μπρόκολο, το λάχανο, τα λαχανάκια Βρυξελών, το μπρόκολο , το κουνουπίδι, το Κινέζικο λάχανο, η ρίζα γογγύλης, οι σπόροι μουστάρδας, τα ραπάνια.  Τα σταυρανθή λαχανικά θεωρούνται ευρέως ως τροφές υγείας καθότι έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνη C και διαλυτές ίνες κα περιέχουν ποικιλία διατροφικών ουσιών με ισχυρές αντικαρκινικές ιδιότητες: δυϊνδολυμεθάνιο, σουλφοραφάνη, σελήνιο.

Στεφάνη

Το σύνολο των πετάλων του άνθους που αναπτύσσονται μέσα στον κάλυκα.

Στήμονας

Το αρσενικό όργανο του άνθους που παράγει γύρη και αποτελείται από τον ανθήρα και το νήμα.

Στίγμα

Η κορυφή του ύπερου, πάνω στην οποία επικάθεται η γύρη για τη γονιμοποίηση.

Στόλωνας
Λεπτός βλαστός που ριζώνει στην άκρη και αναπτύσσει νέα φύλλα, δημιουργώντας ένα νέο φυτό.
Στρεπτόκοκκος Θερμόφιλος

Ο στρεπτόκοκκος θερμόφιλος είναι ένα δυνητικό αναερόβιο το οποίο επίσης κατηγοριοποιείται και ως βακτήριο γαλακτικού οξέος.  Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως προβιοτικό, ανακουφίζοντας από τα συμπτώματα της μη-ανεκτικότητας στην λακτόζη και άλλων γαστρεντερικών παθήσεων.  Τα βακτήρια επίσης φαίνεται ότι μειώνουν την ποσότητα νιτρωδών (χημικών που προκαλούν καρκίνο) στο σώμα.  Μελέτες έχουν δείξει σχέση μεταξύ αυτών που καταναλώνουν συμπληρώματα στρεπτόκοκκου θερμόφιλου και στην μείωση πιθανοτήτων να υποφέρουν από καρκίνο του στήθους και λοιμώδους διάρροιας.  Επιπλέον, έχουν δείξει καθυστερημένη ανάπτυξη όγκων.

Στύλος

Το τμήμα του  ύπερου, από το στίγμα μέχρι την ωοθήκη.

Στυπτικό

Μία ουσία που προκαλεί κατακρήμνιση των βλεννωδών εκκρίσεων των ιστών, καθώς και αγγειοσύσπαση.

Συμπαθητικομιμητικό

Μία ουσία που δρα μέσω του συμπαθητικού αυτόνομου νευρικού συστήματος.

Συμπαράγοντας

Ο συμπαράγοντας είναι μη-πρωτεϊνούχα χημική ένωση η οποία είναι  ερμητικά συνδεδεμένη με ένα ένζυμο.  Χρησιμεύει στην κατάλυση. 

Μερικοί συμπαράγοντες υφίστανται χημικές αλλαγές κατά την διάρκεια μίας αντιδράσεως, υποβαλλόμενα σε αναγωγή ή κατάλυση.  Ωστόσο, ως καταλύτες, οι συμπαράγοντες επανέρχονται στην αρχική τους κατάσταση στην διάρκεια του καταλυτικού κύκλου.  Δεν καταναλώνονται.  Από αυτήν την άποψη, οι συμπαράγοντες διαφέρουν από τα υποστρώματα ή τα συνένζυμα.

Συνένζυμο

Τα συνένζυμα είναι μικρά οργανικά μη πρωτεϊνούχα μόρια που μεταφέρουν χημικές ομάδες μεταξύ ενζύμων.  Είναι υποστρώματα για τα ένζυμα και δεν αποτελούν μόνιμο τμήμα της δομής των ενζύμων.  Το γεγονός αυτό διακρίνει τα συνένζυμα από τους συμπαράγοντες.

Συνένζυμο Q10

Το συνένζυμο Q10 (CoQ10), γνωστό και ως ουβικινόνη (ubiquinone), είναι βασικό συστατικό των μιτοχονδρίων – της μονάδας παραγωγής ενέργειας των κυττάρων του σώματος μας.  Το CoQ10 είναι μέρος την διαδικασίας παραγωγής ATP, του ενεργειακού ρεύματος όλων των σωματικών διαδικασιών.  Ερευνητές ανακάλυψαν το συνένζυμο Q10 ψάχνοντας για μια βιταμίνη που θα αναπλήρωνε το κενό στις διαδικασίες μετατροπής της ενέργειας των μιτοχονδρίων, φτάνοντας έτσι στην σημαντική για την μεταβολική ιατρική ανακάλυψη.

Συνέργεια
Η ταυτόχρονη ενέργεια δύο ή περισσότερων δραστικών ουσιών ενός φυτού που το τελικό αποτέλεσμα είναι απλή άθροιση (αθροιστική συνέργεια) ή είναι ισχυρότερο από το αποτέλεσμα κάθε μίας ουσίας χωριστά (δυναμική συνέργεια). Ονομάζεται και συνεργιστική δράση.
Σφάγνο

Βρύα, μέσα στα έλη που με την πάροδο των χρόνων σχηματίζουν την τύρφη.

Σχισάντρα [Schisandra Chinensis]

Η Κινέζικη βοτανοθεραπευτική περιγράφει την σχισάντρα ως ένα υψηλού βαθμού βότανο χρήσιμο για πολλές ιατρικές καταστάσεις, ιδιαίτερα ως τονωτικό του ήπατος και αιμοστατικό των πνευμόνων.  Η σχισάντρα περιέχει αρκετές ενώσεις που συμπεριλαμβάνουν αιθέρια έλαια, διάφορα οξέα, και λιγνάνες.  Οι λιγνάνες βρίσκονται στους σπόρους των φρούτων και έχουν αρκετές θεραπευτικές δράσεις.  Η σχισάντρα είναι χρήσιμη για την θεραπεία του κοινού κρυολογήματος/πονόλαιμου, κόπωσης, ηπατίτιδας, ενισχυτικό του ήπατος, στρες και μπορεί να ενισχύσει χημειοθεραπείες.  

Τ

Τανγκεριτίνη

Η τανγκεριτίνη είναι μία φλαβόνη που βρίσκεται στο φλοιό των μανταρινιών και άλλων εσπεριδοειδών.

Ταννίνες

Οι ταννίνες είναι στυπτικές, πικρές φυτικές πολυφαινόλες που δεσμεύουν και διαλύουν πρωτεΐνες.  Δύο κύριες κατηγορίες που σχετίζονται με την διατροφή είναι οι υδρολύσιμες ταννίνες (γαλλικοί εστέρες της γλυκόζης του ταννικού οξέος που βρίσκονται στα φύλλα και στον φλοιό πολλών φυτικών ειδών) και οι συμπυκνωμένες ταννίνες, επίσης γνωστές ως προανθοκυανιδίνες. 

Ταξιανθία (λέγεται και ανθοταξία)

Τρόπος με τον οποίο είναι διαταγμένα τα άνθη ενός φυτού.

Ταυρίνη

Για τα βρέφη και τα παιδιά, η ταυρίνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ που πρέπει να λαμβάνεται από την διατροφή για την φυσιολογική ανάπτυξη του εγκεφάλου.  Σε αναπτυσσόμενους εγκεφάλους όπου η συγκέντρωση ταυρίνης είναι τέσσερεις φορές μεγαλύτερη από τους εγκέφαλους των ενηλίκων, η ταυρίνη προστατεύει και σταθεροποιεί τις ευαίσθητες εγκεφαλικές κυτταρικές μεμβράνες.  Για τους ενήλικες, η ταυρίνη ταξινομείται ως υπό προϋποθέσεις απαραίτητο αμινοξύ.  Στους ενήλικες, η ταυρίνη συντίθεται από την κυστεΐνη και την μεθειονίνη, με την παρουσία της βιταμίνης Β6 και ψευδαργύρου.  Η ταυρίνη βρίσκεται σε όλο το σώμα και άφθονη στον καρδιακό μυ, στον οσφρητικό βολβό, στο κεντρικό νευρικό σύστημα, και στον εγκέφαλο.  Η ταυρίνη συμμετέχει σε πολλαπλές λειτουργίες στο σώμα που σχετίζονται με την χοληδόχο κύστη, τον εγκέφαλο, την καρδιά, τους οφθαλμούς, και αγγειακά συστήματα.  Ως κύριο ανασταλτικό αμινοξύ, η δομή και ο μεταβολισμός της ταυρίνης μοιάζει με των άλλων ανασταλτικών νευροδιαβιβαστών, του GABA και της γλυκίνης.

Τερπένια

Τα τερπένια είναι μία κατηγορία λιπιδικών ενώσεων που αφθονούν στα φυτά.  Οι χημικές παραλλαγές των τερπενίων, όπως με οξείδωση ή αναδιαμόρφωση της δομής των μορίων ανθράκων, απολήγουν σε ενώσεις που ονομάζονται τερπενοειδή.

Τζίνσενγκ, Κορέας [Panax Ginseng]

Το τζίνσενγκ Κορέας είναι ένα βότανο που κυρίως καλλιεργείται στην Κίνα και είναι επίσης γνωστό ως τζίνσενγκ Κίνας.  Έχει χρησιμοποιηθεί εκεί πάνω από 5.000 χρόνια και θεωρείται μεταξύ των πλέον δυνατών μορφών τζίνσενγκ.  Το τζίνσενγκ Κορέας χρησιμοποιείται στην Κίνα ως προληπτικό τονωτικό που διεγείρει το σώμα ώστε να ανταπεξέλθει στο στρες, στην κόπωση και στην αδυναμία.  Βοηθά το σώμα να προσαρμοστεί στο στρες και να αναζωογονήσει και να ανοικοδομήσει τα σεξουαλικά κέντρα.

Τα φυτοχημικά στο τζίνσενγκ Κορέας βοηθούν στην μείωση του σακχάρου του αίματος, ενισχύει το αμυντικό σύστημα και οι αντιοξειδωτικές του ιδιότητες διεγείρουν το αμυντικό σύστημα για την προστασία από ασθένειες, παθήσεις, και στρες.  Το τζίνσενγκ Κορέας βοηθά στην παραγωγή ενδορφινών που κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται καλά.  Τα σεξουαλικά οφέλη συντελούν στην βελτίωση της στύσης και στην αύξηση τεστοστερόνης και σπέρματος.

Τζίνσενγκ, Σιβηρίας [Eleutherococcus Senticosus]

Το Σιβηρικό τζίνσενγκ έχει χρησιμοποιηθεί εδώ και αιώνες σε ανατολικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Κίνας και της Ρωσίας.  Το Σιβηρικό τζίνσενγκ είναι ξέχωρο φυτό με διαφορετικά ενεργά χημικά στοιχεία από τα υπόλοιπα τζίνσενγκ.  Αποκαθιστά τον δυναμισμό, αυξάνει την μακροβιότητα, ενισχύει την γενική υγεία, ενεργοποιεί και την υγιεινή όρεξη αλλά και την καλή μνήμη, βοηθά το σώμα να προσαρμοστεί σε καταστάσεις στρες, και ενισχύει την γονιμότητα.  Το Σιβηρικό τζίνσενγκ μπορεί να βοηθήσει το σώμα να χειριστεί την έκθεση σε φυσικό και διανοητικό στρες, όπως η θερμότητα, το κρύο, την φυσική εξουθένωση, τις ιώσεις, τα βακτήρια, τα χημικά, και η ρύπανση.  Βοηθά στην αποτροπή ασθενειών με την ενδυνάμωση του σώματος.  Τα πολυσακχαρίτες που περιέχονται στο Σιβηρικό τζίνσενγκ έχουν βρεθεί ότι ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα και μειώνουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

Τονωτικό

Η ουσία που διεγείρει ή αποκαθιστά τη ζωτικότητα του οργανισμού ή ενός μεμονωμένου οργάνου.

Τοξίνες

Οι τοξίνες είναι δηλητηριώδεις ουσίες που παράγονται από ζώντα κύτταρα ή οργανισμούς που είναι ενεργοί σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις.  Οι τοξίνες μπορεί να είναι μικρά μόρια, πεπτίδια, ή πρωτεΐνες και μπορούν να προκαλέσουν νοσήματα όταν απορροφηθούν από τους σωματικούς ιστούς ή με την επαφή με σωματικούς ιστούς αλληλεπιδρώντας με μεγαλύτερα βιολογικά μόρια όπως ένζυμα ή κυτταρικούς υποδοχείς.  Οι τοξίνες διαφέρουν στην σοβαρότητα.  Κυμαίνονται από μικρής σημασίας αλλά οξείς (όπως το τσίμπημα της μέλισσας) έως θανατηφόρα (αλλαντιασική τοξίνη).

Τριβόλι [Tribulus Terrestris]

Το τριβόλι είναι ένα βότανο που συχνά χρησιμοποιείται για την στειρότητα, στυτική δυσλειτουργία, και χαμηλές σεξουαλικές ορμές.  Τα ενεργά συστατικά του τριβολιού είναι στεροειδείς σαπωνίνες.   Πρόσφατα έχει γίνει δημοφιλές για την βελτίωση της αθλητικής επίδοσης.

Τριγλυκερίδια

Τα τριγλυκερίδια είναι η κύρια μορφή λίπους στην διατροφή και η μεγαλύτερη αποθηκευτική μορφή λίπους στο σώμα.  Τα τριγλυκερίδια αποτελούνται από ένα μόριο γλυσερόλης συνδεδεμένο με τρία μόρια λιπαρών οξέων.

Τριγωνέλλα [Trigonella Foenum-Graccum]

Η δυναμική του βοτάνου της Τριγωνέλλας επικεντρώνεται στους σπόρους του, οι οποίοι με βάση

πρόσφατες μελέτες περιέχουν συστατικά υψηλού βοτανικού αλλά κυρίως

φαρμακολογικού ενδιαφέροντος. Πιο συγκεκριμένα, συναντούμε:

1. Πρωτεΐνες, σε υψηλή περιεκτικότητα, η οποία αγγίζει το 30% του συνολικού

βάρους του σπόρου,

2. Λιπίδια, τα οποία κυμαίνονται σε ποσοστά από 5,5 έως 7,5%,

3. Λιπαρά οξέα εκ των οποίων το λινολεϊκό οξύ, κατά 40% περίπου, και

δευτερευόντως, το γεωμετρικό ισομερές του, το λινολενικό οξύ,

4. Σύνθετους πολυσακχαρίτες, γνωστούς ως γαλακτομανάνες, οι οποίοι

αποτελούνται από πολυμερή μαννόζης και πλευρικές γλυκοζιτικές αλυσίδες, στο 15% περίπου του συνολικού βάρους της δρόγης.

Τριγωνελλίνη

Η τριγωνελλίνη είναι ένα αλκαλοειδές.  Είναι προϊόν του μεταβολισμού της νιασίνης (βιταμίνη Β3) η οποία αποβάλλεται στα ούρα.

Τριμεθυλογλυκίνη (TMG)

Η τριμεθυλογλυκίνη (TMG), γνωστή ως βεταΐνη, είναι μία ουσία που κατασκευάζεται από το σώμα.  Βοηθά στην διάσπαση μιας άλλης φυσικής ουσίας, της ομοκυστεΐνης. 

Τριτερπένια

Τριτερπένιο είναι οποιοδήποτε από την κατηγορία των τερπενίων ή παράγωγο αυτού που περιέχει τρεις φορές τα άτομα στα μόριά τους.  Η χοληστερόλη και οι φυτοστερόλες είναι παραδείγματα τριτερπενίων.

Τριτερπενοειδείς Σαπωνίνες
Οι τριτερπενοειδείς σαπωνίνες είναι τριτερπένια τα οποία ανήκουν στην ομάδα ενώσεων σαπωνινών.
Τριφωσφορική Αδενοσίνη (ATP)

Η τριφωσφορική αδενοσίνη (ATP) είναι ένα νουκλεοτίδιο πολλαπλής λειτουργίας που είναι εξαιρετικά σημαντικό στην ενδοκυτταρική μεταφορά ενέργειας.

Τρυγικό Οξύ

Το τρυγικό οξύ είναι ένα άσπρο κρυσταλλικό οργανικό οξύ το οποίο βρίσκεται φυσικά σε πολλά φυτά όπως τα σταφύλια και τις μπανάνες.  Είναι ένα από τα κύρια οξέα που βρίσκονται στο κρασί.  Προστίθεται σε άλλες τροφές για να δώσει ξινή γεύση, και χρησιμοποιείται ως αντιοξειδωτικό.  Άλατα ή εστέρες του τρυγικού οξέος είναι γνωστά ως τρυγικά.

Τρυπτοφάνη

Η τρυπτοφάνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ που πρέπει να λαμβάνεται από την διατροφή.  Η τρυπτοφάνη είναι νευροδιαβιβαστής και νευροορμόνη  που βρίσκεται σε όργανα όλου του σώματος.  Η τρυπτοφάνη είναι πρόδρομος της σεροτονίνης, της μελατονίνης, και της νιασίνης (βιταμίνη Β3).  Ένα από τα λίγα συστατικά ικανά να διαπεράσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, η τρυπτοφάνη διαδραματίζει ποικίλους σημαντικούς ρόλους στην διανοητική λειτουργία.

Τσουκνίδα [Urtica Dioica]

Η τσουκνίδα έχει χρησιμοποιηθεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια για την θεραπεία του ρευματισμού, εκζέματος, αρθρίτιδας, ουρικής αρθρίτιδας και αναιμίας.  Χρησιμοποιείται επίσης για την θεραπεία ουρητικών προβλημάτων στα πρώτα στάδια της διόγκωσης του προστάτη, για λοιμώξεις του ουροποιητικού σωλήνα, για νεφρόλιθους, και για αλλεργική ρινίτιδα.  Η τσουκνίδα χρησιμοποιείται επίσης τοπικά για την θεραπεία πόνων στις αρθρώσεις, διαστρεμμάτων, τενοντίτιδας, και δήγματα εντόμων.

Τυροσίνη

Η τυροσίνη είναι ο πρώτος μεταβολίτης της φαινυλαλανίνης, και θεωρείται ένα μη-απαραίτητο αμινοξύ διότι το σώμα μπορεί να την κατασκευάσει από την φαινυλαλανίνη.  Η τυροσίνη είναι το αμινοξύ του στρες και είναι πρόδρομος των κατεχολαμινών, της επινεφρίνης, της νορεπινεφρίνης, και της ντοπαμίνης.  Επίσης είναι πρόδρομος των ορμονών του θυρεοειδούς.  Η τυροσίνη βοηθά στην κανονική λειτουργία του εγκεφάλου και μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί για πολλά αντικαταθλιπτικά.  Η τυροσίνη βοηθά στην σταθεροποίηση της πίεσης του αίματος και εμπλέκεται στην φυσική χρωμάτωση των ιστών (μελανίνη).

Υ

Υαλουρονικό

Το υαλουρονικό ή υαλουρονικό οξύ είναι μία γλυκοζαμινογλυκάνη και μία ουσία που προσκολλάται στο κολλαγόνο και στην ελαστίνη για την δημιουργία χόνδρων.  Το υαλουρονικό βοηθά να διατηρεί τους χόνδρους που περιβάλλουν τις αρθρώσεις ανθεκτικούς και ευλύγιστους και βοηθά στην αύξηση της παροχής αρθρικών λιπαντικών υγρών.

Υδατάνθρακες

Οι υδατάνθρακες είναι ενώσεις άνθρακα, οξυγόνου, και υδρογόνου ταξινομημένα ως μονοσακχαρίτες ή πολλαπλάσια μονοσακχαριτών.

Οι απλοί υδατάνθρακες απαρτίζονται από μονοσακχαρίτες και δισακχαρίτες.  Οι τρεις μονοσακχαρίτες που είναι σημαντικοί στην διατροφή, η γλυκόζη (γνωστή και ως σάκχαρο αίματος), η φρουκτόζη (γνωστή και ως ζάχαρη φρούτων), και η γαλακτόζη (μέρος του δισακχαρίτη λακτόζη), έχουν όλες τον ίδιο αριθμό και είδος ατόμων αλλά σε διαφορετική διάταξη.  Αυτές οι χημικές διαφορές εξηγούν την διαφορετική γλυκύτητα των μονοσακχαριτών.  Οι δισακχαρίτες είναι ζεύγη των τριών μονοσακχαριτών: μαλτόζη – απαρτίζεται από δύο μονάδες γλυκόζης, σακχαρόζη – ένας συνδυασμός φρουκτόζης και γλυκόζης, και η λακτόζη – ένας συνδυασμός γαλακτόζης και γλυκόζης. 

Υπερικίνη

Η υπερικίνη είναι ένα από τα κύρια ενεργά συστατικά του βαλσαμόχορτου.  Η υπερικίνη θεωρείται ότι δρα ως αντιβιοτικό.  Βοηθά στην επιβράδυνση της εξάπλωσης του καρκίνου του μαστού σε ιστούς μεταξύ του θώρακα και των πνευμόνων.  Η υπερικίνη επίσης αναστέλλει την ανάπτυξη όγκων.  Η αποτελεσματικότητα της υπερικίνης ενάντια στον καρκίνο αυξάνεται με την έκθεση του δέρματος στην ηλιακή ακτινοβολία.  Επιπλέον, η υπερικίνη έχει επιδείξει αντιιογενείς και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.  Αναστέλλει την απελευθέρωση των λευκοτριενιών.

Ύπερος

Το θηλυκό όργανο του άνθους που περιλαμβάνει την ωοθήκη, το στίγμα και τον στύλο.

Υπερτασικό

Μία ουσία που προκαλεί αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

Υπερφορίνη

Η υπερφορίνη είναι ένα από τα κύρια συστατικά που έχει αναγνωριστεί στο βαλσαμόχορτο.  Θεωρείται ως το κύριο ενεργό συστατικό υπεύθυνο για τις αντικαταθλιπτικές του ιδιότητες.  Η υπερφορίνη έχει δείξει ότι αναστέλλει την απορρόφηση της σεροτονίνης, ντοπαμίνης, νοραδρεναλίνης, GABA, και του γλουταμικού οξέος.

Υπνωτικό

Μία ουσία με την ικανότητα να προκαλεί υπνηλία.

Υπογλυκαιμικό

Μία ουσία που κατεβάζει το επίπεδο της γλυκόζης του αίματος.

Υπόστρωμα

Το υπόστρωμα είναι ένα μόριο πάνω στο οποίο δρα ένα ένζυμο.

Υποτασικό

Μία ουσία που προκαλεί ελάττωση της αρτηριακής πίεσης.

Φ

Φαινυλαλαλίνη

Η φαινυλαλανίνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ που δεν μπορεί να συντεθεί από το σώμα και είναι πρόδρομος της τυροσίνης.  Η παραγωγή της θυρεοειδούς ορμόνης απαιτεί φαινυλαλανίνη.  Παρόλο που η φαινυλαλανίνη δεν βρίσκεται στον εγκέφαλο, βρίσκεται σε αρκετά εγκεφαλικά πεπτίδια, πρωτεΐνες και νευροδιαβιβαστές.  Η φαινυλαλανίνη είναι πρόδρομος των κατεχολαμινών, επινεφρίνη, νορεπινεφρίνη, και ντοπαμίνη.  Μπορεί να βοηθήσει στον έλεγχο της όρεξης διεγείροντας την χολεκυστοκινίνη (ορμόνη του “κορεσμού”) και αυξάνει την πίεση του αίματος στην υπόταση.  Η φαινυλοκετονουρία είναι μία μεταβολική πάθηση στην οποία η φαινυλαλανίνη δεν μπορεί να μετατραπεί σε τυροσίνη.

Φαιοφύκη [Ascophyllum Nodosum]

Τα φαιοφύκη του γένους Ascophyllum nosodum είναι μεγάλα φαιά φύκια (άλγη) του βορείου Ατλαντικού Ωκεανού.  Είναι μία συμπυκνωμένη πηγή μετάλλων, συμπεριλαμβανομένων ιωδίου, καλίου, μαγνησίου, ασβεστίου, και σιδήρου.  Έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε ιώδιο, το οποίο είναι απαραίτητο για την σωστή αδενική λειτουργία και μεταβολισμό.  Τα φαιοφύκη μπορούν να μειώσουν, ή και να εξαλείψουν, όχι μόνο την βακτηριδιακή πλάκα και την τερηδόνα αλλά και την αρτηριοσκληρωτική πλάκα, αθηροσκληρωτική πλάκα, πλευρική πλάκα, τους νεφρικούς λίθους, χοληφόρους λίθους, και προστατικούς λίθους.

Φαρμακοποιία

Κατάλογος με τα χρησιμοποιούμενα σε μία χώρα φάρμακα, καθώς και πληροφορίες για την παρασκευή τους, τις ενέργειές τους, την τοξικότητά τους, κλπ.

Φθόριο

Το φθόριο είναι ένα ιχνομέταλλο.  Το φθόριο ενδυναμώνει τα οστά και καθιστά τα δόντια πιο ανθεκτικά στην φθορά.

Φιλιπέντουλα [Filipendula Ulmaria]

Η φιλιπέντουλα είναι ένα βότανο.  Είναι ένα εξαιρετικό πεπτικό φάρμακο.  Προστατεύει και ανακουφίζει τις βλεννώδεις μεμβράνες του πεπτικού σωλήνα, μειώνοντας την υπερβολική οξύτητα και ανακουφίζοντας την ναυτία, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία της πύρωσης του στομάχου, της υπεροξύτητα, την γαστρίτιδα και την πεπτική έλκωση.  Οι αντιφλεγμονώδεις δράση των σαλικυλικών στην φιλιπέντουλα το καθιστούν αποτελεσματικό για ρευματικούς πόνους, ενώ ταννίνες και κολλώδη μίγματα υδατανθράκων φαίνεται ότι αμβλύνουν τις αρνητικές επιδράσεις των μεμονωμένων σαλικυλικών που μπορούν να δημιουργήσουν γαστρική αιμορραγία.

Φλαβανόνες

Οι φλαβανόνες είναι ενδιάμεσοι της βιοσύνθεσης των φλαβονοειδών.  Οι κύριες διατροφικές φλαβανόνες είναι η εσπερετίνη και η ναρινγενίνη. 

Φλαβονοειδή

Τα φλαβονοειδή, υποκατηγορία των πολυφαινολών, γνωστά και ως βιοφλαβονοειδή, είναι ομάδες φυτοχημικών που συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο ισχυρών αντιοξειδωτικών.  Βρίσκονται σε πληθώρα στην διατροφή.  Ταξινομούνται, σύμφωνα με την χημική τους δομή, σε φλαβονόλες (μυρισετίνη και κερκετίνη), φλαβόνες (απιγενίνη και λουτεολίνη), φλαβανόνες (εσπεριτίνη και ναρινγενίνη), ισοφλαβόνες, κατεχίνες, ανθοκυανιδίνες, και χαλκόνες.  Πάνω από 4.000 φλαβονοειδή έχουν αναγνωριστεί, πολλά από τα οποία υπάρχουν στα φρούτα, στα λαχανικά και στα ποτά.  Οι ευεργετικές επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία που σχετίζονται στα φλαβονοειδή οφείλονται στην αντιφλεγμονώδη και αντιοξειδωτική δράση τους.  Προστατεύουν τον οργανισμό από ιούς, αλλεργίες, θρόμβους, και όγκους.

Φλυκταινωτικό

Αυτό που παράγει φλύκταινες (φουσκάλες) πάνω στο δέρμα.

Φολικό Οξύ

Το φολικό οξύ ή φυλλικό οξύ λειτουργεί μαζί με την βιταμίνη Β12 σε αρκετές σωματικές διαδικασίες.  Είναι κρίσιμο για την διαίρεση των κυττάρων διότι είναι απαραίτητο για την σύνθεση του DNA.  Δίχως το φολικό οξύ τα κύτταρα δεν διαιρούνται σωστά.  Το φολικό οξύ είναι κρίσιμο για την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος των εμβρύων.  Ανεπάρκεια φολικού οξέος κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης έχει συνδεθεί σε αρκετές γενετικές ανωμαλίες, συμπεριλαμβανομένων και των ανωμαλιών του νευρικού σωλήνα όπως το spina bifida.  Η ανεπάρκεια σε φολικό οξύ έχει επίσης συνδεθεί με την κατάθλιψη, αθηροσκλήρωση, και οστεοπόρωση.

Φρουκτάνες

Οι φρουκτάνες είναι πολυμερή μορίων φρουκτόζης. 

Οι φρουκτάνες υπάρχουν σε τροφές όπως το κιχώριο, τις αγκινάρες , τα σπαράγγια, τα πράσινα φασόλια, τα πράσα, τα κρεμμύδια (φρέσκα και ξερά), το σιτάρι.

Φρουκτοολιγοσακχαρίτες

Οι φρουκτοολιγοσακχαρίτες απαρτίζονται από κοντές αλυσίδες μορίων φρουκτόζης.  Ανήκουν σε μία τάξη υδατανθράκων (ολιγοσακχαριτών) που δεν υπόκεινται σε πέψη και υπάρχουν σε μεγάλη ποικιλία σε τροφές φυτικής προέλευσης.  Μιας και δεν υπόκεινται σε πέψη, διέρχονται το ανθρώπινο πεπτικό σύστημα σχεδόν ανέπαφα.  Όταν οι φρουκτοολιγοσακχαρίτες φθάσουν στο έντερο, χρησιμοποιούνται από τα ευεργετικά βακτήρια που βρίσκονται εκεί (γνωστά ως bifidobacteria ή bifidus) για ανάπτυξη και πολλαπλασιασμό.  Μία υγιής αποικία αυτών των ευεργετικών βακτηρίων στην πεπτική οδό ενισχύουν την πέψη και την απορρόφηση όλων των διατροφικών συστατικών, την αποτοξίνωση και διαδικασία αποβολής, και βοηθά στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Φυλλάρια

Τα τμήματα στα οποία διαιρείται ένα σύνθετο φύλλο.

Φυλλοβόλο (δένδρο)

Αυτό που ρίχνει τα φύλλα του τον χειμώνα.

Φυτικό Οξύ

Βλέπε ινοσιτόλη.

Φυτοαντιοξειδωτικά

Βλέπε αντιοξειδωτικά.

Φυτοθεραπεία

Η θεραπευτική αγωγή που βασίζεται σε βότανα.

Φυτοστανόλες

Βλέπε φυτοστερόλες.

Φυτοστερόλες

Οι φυτοστερόλες είναι φυτικές στερόλες με δομή παρόμοια της χοληστερόλης που δρουν στο έντερο για την μείωση της απορρόφησης της χοληστερόλης.  Ο όρος “φυτοστερόλες” περιέχει τις φυτικές στερόλες και τις φυτικές στανόλες.  Οι φυτικές στερόλες είναι φυσικές ουσίες της διατροφής κυρίως ως δευτερεύοντα συστατικά των σπορέλαιων.  Οι φυτικές στανόλες που βρίσκονται στη φύση σε μικρότερη κλίμακα, είναι υδρογονωμένες συνθέσεις των αντιστοίχων φυτικών στερολών.

Φυτοχημικά

Τα φυτοχημικά είναι ουσίες που ανευρίσκονται μόνο στα φυτά και που έχουν βιολογικές επιδράσεις στους ανθρώπους.  Μερικά από αυτά μπορούν να παρέχουν οφέλη υγείας πέρα από αυτές που παρέχονται από τις απαραίτητες διατροφικές ουσίες (βιταμίνες και μέταλλα).  Η λήψη ποικιλίας ποικιλόχρωμων φρούτων και λαχανικών πλούσια σε φυτοχημικά έχει συνδεθεί με μειωμένες πιθανότητες για κάποιες χρόνιες παθήσεις, όπως ο καρκίνος και η καρδιοπάθεια.  Τα φυτοχημικά μπορούν να δρουν ως αντιοξειδωτικά, να προστατεύσουν και να ανανεώσουν τις απαραίτητες διατροφικές ουσίες, και/ή να δράσουν ώστε να απενεργοποιήσουν ουσίες που προκαλούν καρκίνο.

Φωσφατιδυλοσερίνη

Η φωσφατιδυλοσερίνη ταξινομείται στα φωσφολιπίδια (λιπίδια που περιέχουν φώσφορο).  Η φωσφατιδυλοσερίνη βρίσκεται στα ψάρια, στα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, στο φασόλι της σόγιας και στο ρύζι.  Η ουσία αυτή είναι απαραίτητη για την λειτουργία όλων των κυττάρων, όμως η συγκέντρωσή του είναι μεγαλύτερη στον εγκέφαλο.  Συμμετέχει σε πολλές λειτουργίες των νευρικών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένης της απελευθέρωσης των νευροδιαβιβαστών και συναπτικές δραστηριότητες.  Κλινικές μελέτες αναφέρουν ότι η φωσφατιδυλοσερίνη ενισχύει τις εγκεφαλικές λειτουργίες που τείνουν να μειωθούν με την γήρανση.

Φωσφολίπίδια

Τα φωσφολιπίδια είναι ενώσεις παρόμοια με τα τριγλυκερίδια, τα οποία όμως έχουν μία ομάδα φωσφορικού άλατος και χολίνη (ή άλλη αζωτούχα ένωση) στην θέση ενός από τα λιπαρά οξέα.

Φώσφορος

Ο φώσφορος είναι το δεύτερο πιο άφθονο μέταλλο στο σώμα.  Τα άλατα φωσφόρου (φωσφορικά) βρίσκονται όχι μόνο στα οστά και στα δόντια, αλλά και σε όλα τα σωματικά κύτταρα ως μέρος ενός μεγάλου ρυθμιστικού συστήματος (φωσφορικά οξέα και τα άλατά τους).  Ο φώσφορος είναι επίσης μέρος του γενετικού υλικού (DNA και RNA) και ως εκ τούτου είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη.

Χ

Χαλαζίας (quartz)
Πυριτόλιθος, μια κρυσταλλική μορφή του πυριτίου.
Χαλάζιο (chalazion)
Μικρή βλεφαρική μάζα λόγω φλεγμονής μεϊβομιανού αδένα.
Χαλαρός (flail)
Αυτός που παρουσιάζει ανώμαλη ή παθολογική κινητικότητα, όπως ο χαλαρός θώρακας ή η χαλαρή άρθρωση.
Χαλαρωτικός (relaxant)
Αυτός που προκαλεί χαλάρωση. Χαλαρωτικός παράγοντας.
Χάλαση (chalasia, relaxation)

Χαλάρωση ενός σωματικού στομίου, όπως του καρδιακού σφιγκτήρα του στομάχου.

Χαλίκωση (chalicosis)

Πνευμονοκονίωση οφειλόμενη σε εισπνοή μικρότατων σωματιδίων λίθων.

Χαλινός (fillet, frenulum, frenum)

Μια μικρή πτυχή από δέρμα ή βλεννογόνο, που περιορίζει τις κινήσεις ενός οργάνου ή ενός τμήματος.

Χαλκόνες

Οι χαλκόνες είναι ενδιάμεσοι της βιοσύνθεσης των φλαβονοειδών, οι οποίες είναι ουσίες ευρέως διαδεδομένες στα φυτά και που κατέχουν μία σειρά βιολογικών δραστηριοτήτων.  Οι χαλκόνες έχουν ιδιότητες κατά των βακτηριδίων, των μυκήτων, των όγκων.  Επίσης έχουν αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.

Χαλκός

Ο χαλκός είναι ένα απαραίτητο ιχνομέταλλο που εμπλέκεται σε αρκετές ενζυματικές αντιδράσεις στο ανθρώπινο σώμα.  Οι ευεργετικές επιδράσεις του χαλκού σχετίζονται στον ρόλο του ως το μεταλλικό στοιχείο αρκετών ενζύμων.  Τα δύο ένζυμα με την μεγαλύτερη κλινική σχέση είναι οξειδάση της λυσίνης και δισμουτάση του υπεροξειδίου .

Χάλκωση (chalcosis)
Εναπόθεση χαλκού σε κάποιο ιστό.
Χαλόνη (chalone)
Ομάδα εξειδικευμένων για κάθε ιστό υδατοδιαλυτών ουσιών που παράγονται μέσα στον ιστό και αναστέλλουν τη μίτωση των κυττάρων του και των οποίων η δράση είναι αναστρέψιμη.
Χαμομήλι [Chamomilla Recutita]

Το χαμομήλι έχει χρησιμοποιηθεί ιατρικά για χιλιετίες, και χρησιμοποιείται ευρέως στην Ευρώπη.  Είναι δημοφιλής θεραπεία για διάφορα νοσήματα, όπως διαταραχές ύπνου, άγχος, πεπτικά/εντερικά προβλήματα, δερματικές μολύνσεις/φλεγμονές (συμπεριλαμβανομένου του εκζέματος), επούλωση πληγών, κολικοί των βρεφών, πόνους οδοντοφυΐας, και εξανθήματα από βρεφικές πάνες. Παρασκευές τσαγιού του βοτάνου έχουν ήπια ηρεμιστική δράση.

Χάνιο (hahnium)
Χημικό στοιχείο, ατομικός αριθμός 105, συμβολισμός Ha.
Χάπι (pill)

Μία μικρή σφαιρική ή ωοειδής μάζα που περιέχει φάρμακο και προορίζεται για κατάποση.

Χαρακτήρας (character)
Μία ιδιότητα ενδεικτική της φύσεως ενός αντικειμένου ή ενός οργανισμού. στη γενετική, η έκφραση ενός γονιδίου ή ομάδας γονιδίων στον φαινότυπο.
Χαρακτηριστικό (characteristic)
Τυπική ιδιότητα ενός ατόμου ή άλλης οντότητας.
Χάρτης (chart, map, paper)
Ένα αρχείο δεδομένων υπό μορφή γραφήματος ή πίνακα.
Χασίς (hashish)
Ένα παρασκεύασμα της ανόθευτης ρητίνης.
Χειλεόγναθο- πρωσοποσχιστία (cheilognathoprosoposchisis)
Συγγενής, λοξή σχισμή του προσώπου, που συνεχίζει στο χείλος και στην άνω γνάθο.
Χειλεογράφος (labiograph)
Όργανο καταγραφής των κινήσεων των χειλέων κατά την ομιλία.
Χειλεοκήλη (labial hernia)
Κήλη εντός του μεγάλου χείλους του αιδοίου.
Χειλεοπλαστική (cheiloplasty)
Χειρουργική αποκατάσταση ελαττώματος του χείλους.
Χειλεορραφή (cheilorrhaphy)
Συρραφή του χείλους, χειρουργική επιδιόρθωση του λαγόχειλου.
Χειλεοστοματοπλαστική (cheilostomatoplasty)
Χειρουργική αποκατάσταση των χειλέων και του στόματος.
Χειλεοσχιστία (cheiloschisis)
Συγγενής σχισμή του άνω χείλους.
Χειλίτις (cheilitis)
Φλεγμονή των χειλέων.
Χειλόποδα (chilopoda)
Μια ομοταξία του φύλου Arthropoda που περιλαμβάνει τα εκατοντάποδα.
Χειμερία νάρκη (hibernation)
Η κατάσταση ύπνου υπό την οποία ορισμένα ζώα περνούν τον χειμώνα, χαρακτηρίζεται από νάρκη και οξεία μείωση της θερμοκρασίας του σώματος και του μεταβολισμού.
Χείμετλο (chilblain, pernio)

Ένα υποτροπιάζον, εντοπισμένο, κνησμώδες, οιδηματώδες και επώδυνο ερύθημα των δακτύλων των χειρών και των ποδών ή των ώτων, που προκαλείται από ήπιο κρυοπάγημα.

Χείρα (hand, manus)
Αποτελείται από τον καρπό, τα μετακάρπια και τα δάκτυλα.
Χειρομεγαλία (cheiromegaly)
Ανώμαλη αύξηση του μεγέθους των χειρών και των δακτύλων.
Χειροπρακτική (chiropractic)
Θεραπευτικό σύστημα που αποδίδει τις νόσους σε ερεθισμό του νευρικού συστήματος και επιχειρεί να αποκαταστήσει τη φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού με χειρομαλάξεις των δομών του σώματος, ιδιαίτερα εκείνων της σπονδυλικής στήλης.
Χειρουργική (surgery)
Ο κλάδος της ιατρικής που αντιμετωπίζει παθήσεις, κακώσεις και δυσμορφίες με εγχειρητικές ή επεμβατικές μεθόδους.
Χερουβισμός (cherubism)

Κληρονομικό και προοδευτικό αμφοτερόπλευρο οίδημα κατά τη γωνία της κάτω γνάθου που, πολλές φορές, αφορά ολόκληξρη τη γνάθο, με συνέπεια το πρόσωπο να παίρνει μια αγγελική μορφή, κάτι που πολλές φορές ενισχύεται από τη στροφή των οφθαλμών προς τα πάνω.

Χηλικός (chelate)

Αυτός που συνδυάζεται με ένα μέταλλο σε σύμπλοκα, στα οποία το μέταλλο αποτελεί μέρος ενός δακτυλίου. Κατ’ επέκταση, μια χημική ένωση στην οποία ένα μεταλλικό ιόν παγιδεύεται και συνδέεται σταθερά σε ένα δακτύλιο εντός των χηλικών μορίων. Οι χηλικές ενώσεις χρησιμοποιούνται στη χημειοθεραπεία των δηλητηριάσεων από μέταλλα.

Χηλιωτής

Ένας χηλιωτής είναι ένα οργανικό χημικό που συνενώνεται και εξαλείφει ελεύθερα μεταλλικά ιόντα από διαλύματα.  Παράγοντες χηλίωσης χρησιμοποιούνται ενίοτε για την αντιμετώπιση ανθρώπων που υποφέρουν από δηλητηρίαση μέταλλων.

Χηλοειδής (keloid)

Μια επηρμένη, ακανόνιστου σχήματος, προοδευτικά μεγεθυνόμενη ουλή, λόγω υπέρμετρου σχηματισμού κολλαγόνου στο χόριο κατά την αποκατάσταση του συνδετικού ιστού.

Χημεία (chemistry)
Η επιστήμη που ασχολείται με τα στοιχεία, τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων της ύλης και με τις διάφορες ενώσεις των στοιχείων.
Χημειο-αυτότροφος (chemoautotrophic)
Ικανός να συνθέτει κυτταρικά συστατικά από διοξείδιο του άνθρακα, με ενέργεια από ανόργανες αντιδράσεις.
Χημειοαισθητικός (chemosensory)
Ο σχετιζόμενος με την αντίληψη χημικών ουσιών, όπως στην ανίχνευση των οσμών.
Χημειοαποστειρωτικό (chemosterilant)
Μια χημική ένωση η οποία πεπτόμενη προκαλεί αποστείρωση ενός οργανισμού.
Χημειοευαίσθητος (chemosensitive)
Ευαίσθητος σε μεταβολές της χημικής σύνθεσης.
Χημειοθεραπεία (chemotherapy)
Θεραπεία νόσου με χημικούς παράγοντες.
Χημειοπροφύλαξη (chemoprophylaxis)
Πρόληψη νόσου με χημικά μέσα.
Χημειοταξία (chemotaxis)

Εκείνη που συμβαίνει ως απάντηση στην επίδραση χημικού ερεθισμού.

Χημειοτροπισμός (chemotropism)
Τροπισμός οφειλόμενος σε χημικό ερεθισμό.
Χημειοϋποδοχέας (chemoreceptor)

Ένας υποδοχέας που διεγείρεται από χημικές ουσίες.

Χημικός (chemical, chemist)

Ειδικός στη χημεία.

Χηνοδεοξυχολικό οξύ (chenodeoxycholic acid)

Ένα πρωτογενές χολικό οξύ, C24H40O4, που χορηγείται σαν αντιχολολιθογόνος παράγοντας.

Χίασμα (chiasm, chiasma)
Στη γενετική, τα σημεία κατά τα οποία τα μέλη ενός ζεύγους χρωμοσωμάτων ευρίσκονται σε επαφή κατά τη διάρκεια της προφάσεως της μειώσεως και εξαιτίας του οποίου κατά τον διαχωρισμό συμβαίνει ανασυνδυασμός ή διασταύρωση γενετικού υλικού.
Χιασμός (crux, decussation)

Διασταύρωση τμημάτων ή δομών υπό μορφή Χ.

Χιαστός (cruciate)
Σταυρωτός, σταυροειδής.
Χιλιόγραμμο (kilogram)
Μονάδα μάζας (βάρους) του μετρικού συστήματος, 1000 γραμμάρια. Ισοδυναμεί με 2.205 λίβρες (σύμφωνα με το σύστημα μέτρων και σταθμών των Αγγλόφωνων κρατών) ή 2.679 λίβρες (σύμφωνα με το σύστημα μέτρων και σταθμών που χρησιμοποιείται στη Φαρμακοποιία). Συντομογραφικά kg.
Χιλιοθερμίδα (kilocalorie)

Μονάδα θερμότητας ίση με 1.000 θερμίδες. Συντομογραφικά kcal.

Χιλιόμετρο (kilometer)

Χίλια μέτρα. Συντομογραφικά km.

Χιλιοστογραμμάριο (milligram)

Ισοδυναμεί με 10-3 γραμμάρια. Συντομογραφικά mg.

Χιλιοστογραμομόριο (millimole)

Ισοδυναμεί με 10-3 mole. Συντομογραφικά mmol.

Χιλιοστοδευτερόλεπτο (millisecond)

Ισοδυναμεί με 10-3 δευτερόλεπτα. Συντομογραφικά ms ή msec.

Χιλιοστοισοδύναμο (milliequivalent)

Ισοδυναμεί με 10-3 του χημικού ισοδύναμου. Συμβολισμός mEq.

Χιλιοστόλιτρο (milliliter)
Ισοδυναμεί με 10-3 λίτρα. Συμβολισμός ml.
Χιλιοστόμετρο (millimeter)
Ισοδυναμεί με 10-3 μέτρα. Συμβολισμός mm.
Χίμαιρα (chimera)

Ένας οργανισμός που περιλαμβάνει διαφορετικούς κυτταρικούς πληθυσμούς, προερχόμενους από διαφορετικούς ζυγώτες του ίδιου ή διαφορετικών ειδών και ο οποίος απαντά αυτογενώς ή παράγεται τεχνητά.

Χίμετλο (chilblain, pernio)

Ένα υποτροπιάζον, εντοπισμένο, κνησμώδες, οιδηματώδες και επώδυνο ερύθημα των δακτύλων των χειρών και των ποδών ή των ώτων, που προκαλείται από ήπιο κρυοπάγημα.

Χιονίστρα (chilblain)

βλ. χίμετλο

Χιτίνη (chitin)

Ένας κεράτινος πολυσακχαρίτης, το κύριο συστατικό του κελύφους των αρθροπόδων και των σκαθαριών. Ανευρίσκεται επίσης και σε ορισμένους μύκητες.

Χιτώνας (coat, tunica, pallium)

Ένας υμένας ή άλλη ιστική επικάλυψη ή επένδυση ενός οργάνου.

Χιτώνιο (jacket)

Μια περιβάλλουσα δομή ή επένδυση του κορμού ή του ανώτερου τμήματος και σώματος.

Χλαμύδια (Chlamydia)

Ένα γένος της οικογένειας Chlamydiaceae.

Χλαμυδιακά (Chlamydiales)

Μια τάξη κοκκοειδών, αρνητικών κατά gram, παρασιτικών μικροοργανισμών που πολλαπλασιάζονται μέσα στο κυτταρόπλασμα των κυττάρων του σπονδυλωτού ξενιστή, σύμφωνα με ένα μοναδικό κύκλο ζωής.

Χλαμυδοειδή (Chlamydiaceae)
Μια οικογένεια μικροβίων αποτελούμενη από μικρούς κοκκοειδείς μικροοργανισμούς που εμφανίζουν ένα μοναδικό, υποχρεωτικά ενδοκυττάριο κύκλο ζωής και αδυνατούν να συνθέσουν ATP. Επάγουν τη φαγοκυττάρωσή τους από τα κύτταρα του ξενιστή, εντός των οποίων εν συνεχεία σχηματίζουν ενδοκυτταροπλασματικές αποικίες. Αποτελούν παράσιτα των πτηνών και των θηλαστικών, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου. Η οικογένεια περιλαμβάνει ένα μόνο γένος (Chlamydia).
Χλαμυδοσπόριο (chlamydospore)

Ένα εμβόλιμο ή τελικό άφυλο σπόριο με παχύ τοίχωμα, που σχηματίζεται από τη συρρίκνωση ενός κυττάρου και δεν αποπίπτει.

Χλόασμα (chloasma, melasma):

Εμφάνιση μελαγχρωματικών κηλίδων στο δέρμα, ιδίως του προσώπου.

Χλωράλη (chloral)

Ένα ελαιώδες υγρό, CI3C.CHO, με οξεία ερεθιστική οσμή, που παρασκευάζεται με τη συνδυασμένη δράση αλκοόλης και χλωρίου. Χρησιμοποιείται στην Παρασκευή ενύδρου χλωράλης και DDT.

Χλωραμβουκίλη (chlorambucil)

Ένα αντινεοπλασματικό φάρμακο, C14H19CI2NO2, από τον αζωθυπερίτη.

Χλωραμφενικόλη (chloramphenicol)

Ένα αντιβιοτικό, C11H12CI2N2O5, αποτελεσματικό έναντι μικροβίων και ρικετσιών.

Χλωρέλλα [Chlorella Bulgaris]

Η χλωρέλλα είναι ένα μονοκύτταρο άλγος που ευδοκιμεί σε νερό, το οποίο περιέχει έναν πυρήνα και τεράστια ποσότητα διαθέσιμη χλωροφύλλης.  Επίσης, περιέχει πρωτεΐνη (περίπου 58%), υδατάνθρακες, όλες τις βιταμίνες Β, βιταμίνη C και βιταμίνη Ε, αμινοξέα, και σπάνια ιχνομέταλλα.  Ουσιαστικά είναι μία ολοκληρωμένη τροφή.  Περιέχει περισσότερη βιταμίνη Β12 από το ήπαρ, καθώς και σημαντικές ποσότητες βήτα-καροτίνης.  Έχει ισχυρό κυτταρικό τοίχωμα, το οποίο καθιστά δύσκολη την πρόσβαση στα συστατικά της.  Γι’ αυτό χρειάζεται βιομηχανική επεξεργασία ώστε να είναι αποτελεσματική.

Χλωρεξιδίνη (chlorhexidine)

Ένα αντιμικροβιακό, C22H30CI2N10, αποτελεσματικό έναντι μεγάλης ποικιλίας θετικών και αρνητικών κατά gram οργανισμών.

Χλωρίδα (flora)

Το σύνολο των φυτικών οργανισμών μιας δεδομένης περιοχής.

Χλωρίδιο

Το ιόν χλωριδίου δημιουργείται όταν το στοιχείο χλώριο παίρνει ένα ηλεκτρόνιο για να δημιουργήσει ένα ανιόν (αρνητικώς-φορτισμένο ιόν).  Τα άλατα υδροχλωρικού οξέος περιέχουν ιόντα χλωριδίου που επίσης ονομάζονται χλωρίδια.  Ένα παράδειγμα είναι το επιτραπέζιο αλάτι, το οποίο είναι χλωριούχο νάτριο που στο νερό διαλύεται σε ιόντα νατρίου (θετικώς φορτισμένο) και χλωριδίου (αρνητικά φορτισμένο).

Χλωρίδιο (chloride)

Οποιαδήποτε διμερής ένωση του χλωρίου, στην οποία το τελευταίο αποτελεί το αρνητικά φορτισμένο στοιχείο.

Χλώριο (chlorine)

Χημικό στοιχείο, αριθμός 17, συμβολισμός Cl.

Χλωριούχος (chloride)

Άλας του υδροχλωρικού οξέος.

Χλωριώδης (chlorite)

Άλας του χλωριώδους οξέος. Απολυμαντικό και λευκαντικό.

Χλωροδιαζεποξείδιο (chlordiazepoxide)

Ένα ελάσσον ηρεμιστικό, C16H14ClN3O.

Χλωροθαλιδόνη (chlorthalidone)

Ένα διουρητικό, C14H11ClN2O4S.

Χλωροθειαζίδη (chlorthiazide)

Ένα διουρητικό και αντιϋπερτασικό, C7H6ClN3O4S2.

Χλωροκίνη (chloroquine)

Ένα ανθελονοσιακό και κατασταλτικό του ερυθηματώδους λύκου, C18H18ClN3.

Χλωροκυκλιζίνη (chlorcyclizine)

Ένα αντιϊσταμινικό, C18H21ClN2, χρησιμοποιείται υπό τη μορφή υδροχλωρικού άλατος.

Χλωρολευχαιμία (chloroleukemia)

Μυελογενής λευχαιμία στην οποία δεν παρατηρούνται κατά τη νεκροψία ειδικές νεοπλασματικές μάζες, αλλά τα όργανα και τα υγρά του σώματος εμφανίζουν μια σαφή πράσινη χροιά.

Χλωρομεροδρίνη (Chlormerodrin)

Ένα υδραργυρικό διουρητικό, C5H11ClHgN2O2.

Χλωρομυέλωμα (chloromyeloma)

Χλώρωμα με πολλαπλές εντοπίσεις στον μυελό των οστών.

Χλωροπλάστης (chloroplast)

Οποιοδήποτε από τα σωμάτια των φυτικών κυττάρων, που περιέχουν χλωροφύλλη.

Χλωροπροθιξένη (chlorprothixene)

Ένα μείζον ηρεμιστικό, C18H10ClNS.

Χλωροπροκαΐνη (chloroprocaine)

Ένα τοπικό αναισθητικό, C13H19ClN2O2, χρησιμοποιείται υπό μορφή υδροχλωρικού άλατος.

Χλωροπρομαζίνη (chlorpromazine)

Ένα φαινοθειαζινικό παράγωγο, C17H19ClN2S, χρησιμοποιείται ως αντιεμετικό και ηρεμιστικό.

Χλωροπροπαμίδη (chlorpropamide)

Ένα από του στόματος υπογλυκαιμικό, C10H13ClN2O3S.

Χλωροτετρακυκλίνη (chlortetracycline)

Ένα αντιβιοτικό λαμβανόμενο από τον Streptomyces aureofaciens, το υδροχλωρικό άλας χρησιμοποιείται ως αντιμικροβιακό και αντιπρωτοζωϊκό.

Χλωροφαινόλη (chlorophenol)

Ένα τοπικό αντισηπτικό, C8H4Cl.OH, που παρασκευάζεται με τη δράση του χλωρίου στη φαινόλη.

Χλωροφαινοξαμίνη (chlorphenoxamine)

Μια ένωση, C18H22ClNO, χρησιμοποιείται υπό μορφή υδροχλωρικού άλατος, με σκοπό τη μείωση της μυϊκής δυσκαμψίας επί παρκινσονισμού.

Χλωροφαινυραμίνη (chlorpheniramine)

Ένα αντιϊσταμινικό, C16H19ClN2, χρησιμοποιείται υπό μορφή μηλεϊνικού άλατος.

Χλωροφεντερμίνη (chlorphentermine)

Μια συμπαθομιμητική αμίνη, C10H14ClN, χρησιμοποιείται ως ανορεξιογόνο.

Χλωροφόρμιο (chloroform)

Ένα άχρωμο, ευκίνητο υγρό, CHCl3, με οσμή αιθέρα και γλυκιά γεύση, που χρησιμοποιείται ως διαλυτικό. Παλιότερα χρησιμοποιείτο ως εισπνεόμενο αναισθητικό και αναλγητικό, καθώς και ως αντιβηχικό, αντιφλογιστικό και κατά του μετεωρισμού.

Χλωροφύλλη

Η χλωροφύλλη είναι μία πράσινη χρωστική που βρίσκεται στα περισσότερα φυτά, άλγη, και κυανοβακτήρια.  Η χλωροφύλλη είναι ένας από του σπουδαιότερους χηλιωτές στην φύση.

Χλωροφύλλη (chlorophyll)

Οποιαδήποτε από μια ομάδα πράσινων χρωστικών που περιέχουν ένα σύνδρομο μαγνησίου-πορφυρίνης και μετέχουν στην παραγωγή οξυγόνου μέσω της φωτοσύνθεσης. Παρασκευάσματα υδατοδιαλυτών παραγώγων χλωροφύλλης εφαρμόζονται τοπικά σαν αποσμητικό δερματικών βλαβών ή χορηγούνται από το στόμα σαν αποσμητικό ελκωτικών βλαβών. Επίσης χρησιμοποιούνται σαν αποσμητικό των ούρων και των κοπράνων σε περιπτώσεις κολοστομίας, ειλεοστομίας ή ακράτειας.

Χλώρωμα (chloroma)

Κακοήθης, πράσινου χρώματος, όγκος που εξορμάται από τον μυελικό ιστό.

Χλώρωση (chlorosis)
Μια παλαιότερα συχνή διαταραχή που προσέβαλε συνήθως εφήβους γυναίκες. Πιστεύετο ότι συνδέεται με σιδηροπενική αναιμία και χαρακτηριζόταν από πρασινοκίτρινο χρωματισμό του δέρματος και υπόχρωμα ερυθροκύτταρα.
Χνουδωτά (φύλλα)

Αυτά που καλύπτονται με χνούδι.

Χνους (lanugo, vellus)

Οι λεπτές τρίχες του σώματος του εμβρύου.

Χοιραδικό δέρμα (scrofuloderma)

Φυματιώδης ή μη μυκοβακτηριδιακή λοίμωξη του δέρματος που προκαλείται από άμεση επέκταση της φυματίωσης από υποκείμενες δομές ή με έκθεση-επαφή με το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης.

Χοιραδικός (scrofulous)

Ο της χοιραδώσεως ή του χοιραδικού δέρματος.

Χοιράδωση (scrofula)

Πρωτοπαθής φυματίωση των τραχηλικών λεμφαδένων. Οι φλεγμένουσες δομές υπόκεινται σε τυροειδή εκφύλιση.

Χοίρειος (porcine)

Ο αναφερόμενος στον χοίρο.

Χολαγγειεκτασία (cholangiectasis)

Διάταση ενός χοληφόρου πόρου.

Χολαγγειΐτις (cholangitis)
Φλεγμονή χοληφόρου πόρου.
Χολαγγειο- εντεροαναστόμωση (cholangioenterostomy)

Χειρουργική αναστόμωση χοληφόρου πόρου και εντέρου.

Χολαγγειο- ηπάτωμα (cholangiohepatoma)

Πρωτοπαθές καρκίνωμα του ήπατος με κύτταρα ηπατοκυτταρικής και χολαγγειοκυτταρικής προελεύσεως.

Χολαγγειογραφία (cholangiography)

Ακτινογραφία των χοληφόρων πόρων.

Χολαγγειοκαρκίνωμα (cholangiocarcinoma)

Πρωτοπαθές καρκίνωμα του ήπατος που εξορμάται από τα κύτταρα των χοληφόρων οδών.

Χολαγγειόλιο (cholangiole)

Ένας από τους λεπτότατους, τελικούς κάδους του χοληφόρου δένδρου.

Χολαγγειολίτις (cholangiolitis)

Φλεγμονή των χολαγγειλίων.

Χολαγγειοστομία (cholangiostomy)

Συριγγιοποίηση χοληφόρου πόρου.

Χολαγγείωμα (cholangioma)

βλ. χολαγγειοκαρκίνωμα

Χολαγωγό

Μία ουσία που διεγείρει την έκκριση χολής από τη χοληδόχο κύστη.

Χολαγωγός (cholagogue)

Παράγων που διεγείρει τη σύσπαση της χοληδόχου κύστης και προάγει τη ροή της χολής.

Χολαιρετικό

Μία ουσία που διεγείρει το ήπαρ για παραγωγή και έκκριση χολής.

Χολαιρετικός (chloretic)

Ένας παράγων που επιταχύνει τη ροή της χολής.

Χολεμεσία (cholemesis)

Έμεση χολής.

Χολέρα (cholera)

Οξεία, λοιμώδης νόσος, ενδημική και επιδημική στην Ασία, που οφείλεται στο δονάκιο της χολέρας και χαρακτηρίζεται από βαριά διάρροια, με υπέρμετρη απώλεια υγρών και ηλεκτρολυτών, καθώς και από εμετούς, μυϊκούς σπασμούς και εξάντληση.

Χολερικός (choleraic)

Αυτός που αναφέρεται στη χολέρα ή είναι της φύσης της χολέρας.

Χολερίνη (cholerine)

1. Το πρωιμότερο στάδιο της χολέρας. 2. Μια σχετικά ήπια μορφή χολέρας.

Χολεροειδής (choleroid)

Αυτός που μοιάζει με χολέρα.

Χολερυθρίνη (bilirubin)

Συστατικό της χολής που παράγεται από τη διάσπαση της αίμης και την αναγωγή της χλωροπρασίνης. Κυκλοφορεί φυσιολογικά στο πλάσμα, προσλαμβάνεται από τα ηπατικά κύτταρα, όπου συζεύγνυται προς σχηματισμό διγλυκουρονιδίου της χολερυθρίνης, της υδατοδιαλυτής χρωστικής που εκκρίνεται στη χολή. Υψηλές συγκεντρώσεις χολερυθρίνης μπορεί να προκαλέσουν ίκτερο.

Χολή (bile)

Ένα υγρό που εκκρίνεται από το ήπαρ στη χοληδόχο κύστη και απεκκρίνεται εντός του εντερικού σωλήνος μέσω των χοληφόρων πόρων. Βοηθά στην αλκαλοποίηση του εντερικού περιεχομένου και παίζει ρόλο στη γαλακτωματοποίηση, απορρόφηση και πέψη του λίπους. Τα βασικά συστατικά της είναι συζευγμένα χολικά άλατα, χοληστερόλη, φωσφολιπίδια, χολερυθρίνη και ηλεκτρολύτες.

Χοληδεκτομή (choledochectomy)

Εκτομή τμήματος του χοληδόχου πόρου.

Χοληδοχίτις (choledochitis)

Φλεγμονή του χοληδόχου πόρου.

Χοληδοχο- γαστροαναστόμωση (choledochogastrostomy)

Αναστόμωση χοληδόχου πόρου και στομάχου.

Χοληδοχο- δωδεκαδακτυλοαναστόμωση (choledochoduodenostomy)

Χειρουργική αναστόμωση χοληδόχου πόρου και δωδεκαδακτύλου.

Χοληδοχο- εντεροαναστόμωση (choleddochoenterostomy)

Αναστόμωση χοληδόχου πόρου και εντέρου.

Χοληδοχολιθίαση (choledocholithiasis)

Παρουσία λίθων στον χοληδόχο πόρο.

Χοληδόχος κύστη (gallbladder)

Η αποθήκη της χολής στην οπίσθια κάτω επιφάνεια του ήπατος.

Χοληκαλσιφερόλη (cholecalciferol)

Βιταμίνη D3, μια λιποδιαλυτή αντιραχιτική βιταμίνη.

Χοληστερίνη (cholesterol)
Μια λιποειδής στεροειδής αλκοόλη, C27H45OH, που ανευρίσκεται στα ζωικά λίπη, στη χολή, στο αίμα, στον εγκεφαλικό ιστό, στο γάλα, στην λέκιθο του αβγού, στα έλυτρα μυελίνης των νευρικών ινών, στο ήπαρ, στους νεφρούς και στα επινεφρίδια. Αποτελεί βασικό συστατικό των περισσότερων χολολίθων και απαντά στις αθηρωματικές πλάκες των αρτηριών, σε διάφορες κύστεις και ακόμη σε καρκινωματώδεις ιστούς. Το μεγαλύτερο μέρος της χοληστερόλης στον οργανισμό συντίθεται στο ήπαρ, όμως μικρό μέρος απορροφάται από τις τροφές. Αποτελεί πρόδρομη ουσία των χολικών οξέων και παίζει σημαντικό ρόλο στη σύνθεση των στεροειδών ορμονών.
Χοληστερινουρία (cholesteroluria)

Η παρουσία χοληστερόλης στα ούρα.

Χοληστερίνωση (cholesterosis, cholesterolosis)

Παθολογική εναπόθεση χοληστερόλης στους ιστούς.

Χοληστερόλη

Η χοληστερόλη είναι μία στερόλη (συνδυασμός στεροειδούς και αλκοόλης).  Η χοληστερόλη είναι ένα λιπίδιο που βρίσκεται στις κυτταρικές μεμβράνες όλων των ιστών, η οποία μεταφέρεται μέσω του πλάσματος του αίματος.  Η περισσότερη χοληστερόλη συντίθεται στο σώμα ενώ η υπόλοιπη είναι διατροφικής προέλευσης.  Η χοληστερόλη είναι πιο άφθονη στους ιστούς που είτε την συνθέτουν ή που έχουν πυκνές μεμβράνες, όπως για παράδειγμα το ήπαρ, ο νωτιαίος μυελός, και ο εγκέφαλος.  Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε πολλές βιοχημικές διαδικασίες, όπως στην σύνθεση των κυτταρικών μεμβρανών και των στεροειδών ορμονών.  Η χοληστερόλη δεν διαλύεται στο αίμα, αλλά μεταφέρεται μέσω του κυκλοφορικού συστήματος δεσμευμένο από μία από τις ποικίλες λιποπρωτεΐνες, σφαιρικά μόρια που περιβάλλονται εξωτερικά κυρίως από υδροδιαλυτές πρωτεΐνες.  Οι βασικοί τύποι των λιποπρωτεΐνων, χαμηλής-πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL) και υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (HDL), μεταφέρουν την χοληστερόλη από και προς το ήπαρ.

Χοληστερόλη (cholesterol)

βλ. χοληστερίνη

Χοληστερολουρία (cholesteroluria)

βλ. χοληστερινουρία

Χοληστέρωση (cholesterosis)

βλ. χοληστερίνωση

Χολικά οξέα (bile acids)

Στεροειδή οξέα, προερχόμενα από τη χοληστερόλη. Ταξινομούνται σε πρωτογενή, δηλ. αυτά που συντίθενται στο ήπαρ, π.χ. χολικό και χηνοδεοξυχολικό οξύ, ή δευτερογενή, δηλ. τα παραγόμενα από τα πρωτογενή χολικά οξέα με τη δράση εντερικών βακτηριδίων, τα οποία επιστρέφουν στο ήπαρ δια της εντεροηπατικής κυκλοφορίας, π.χ. δεοξυχολικό και λιθοχολικό οξύ.

Χολικός (cholate, choleic)

Ο αναφερόμενος στη χολή.

Χολινεργικός (cholinergic)

Παρασυμπαθητικομιμητικός. Ο ενεργοποιούμενος ή μεταβιβαζόμενος μέσω της χολίνης (ακετυλοχολίνης). Ο όρος χρησιμοποιείται για τις νευρικές ίνες που απελευθερώνουν ακετυλοχολίνη στις συνάψεις, όταν διέρχεται μια νευρική ώση, δηλαδή για τις παρασυμπαθητικές ίνες. Ακόμη, ένας παράγοντας που δρα κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Χολινεστεράση (cholinesterase)

Ένα ένζυμο που καταλύει την υδρόλυση της ακυλχολίνης σε χολίνη και ένα ανιόν.

Χολίνη

Η χολίνη είναι απαραίτητη για την κατασκευή του σημαντικού νευροδιαβιβαστή ακετυλοχολίνη και κυρίων συστατικών των κυτταρικών μεμβρανών, όπως η φωσφατιδυλοχολίνη (λεκιθίνη) και η σφιγγομυελίνη.  Η χολίνη επίσης απαιτείται για τον σωστό μεταβολισμό των λιπών.  Δίχως την χολίνη, τα λίπη εγκλωβίζονται στο ήπαρ, όπου φράζουν τον μεταβολισμό.  Παρόλο που η χολίνη μπορεί να κατασκευαστεί από ένα από τα δύο αμινοξέα μεθειονίνη ή σερίνη, έχει πρόσφατα καθοριστεί ως απαραίτητο διατροφικό στοιχείο.

Χολίνη (choline)

Μια τεταρτοταγής αμίνη, HOCH2CH2N(CH3)3+, που ανευρίσκεται στο φωσφολιπίδιο φωσφατιδυλοχολίνη και στον νευρομεταβιβαστή ακετυλοχολίνη και αποτελεί σημαντικό δότη μεθυλομάδων στον διάμεσο μεταβολισμό. Η χολίνη είναι λιποτρόπος παράγοντας, ουσία που ελαττώνει το περιεχόμενο λιπών του ήπατος, αυξάνοντας την ανακύκλωση των φωσφολιπιδίων.

Χολινομιμητικός (cholinomimetic)
Παρασυμπαθητικομιμητικός. Αυτός που εμφανίζει δράση παρόμοια με της ακετυλοχολίνης.
Χολοκυσταγωγός (cholecystagogue)

Ένας παράγοντας που προάγει την εκκένωση της χοληδόχου κύστης.

Χολοκυστεκτασία (cholecystectasia)

Διάταση της χοληδόχου κύστης.

Χολοκυστεκτομή (cholocystectomy)

Εκτομή της χοληδόχου κύστης.

Χολοκυστεντεροαναστόμωση (cholecystenterostomy)

Χειρουργική αναστόμωση χοληδόχου κύστης και εντέρου.

Χολοκυστίτις (cholecystitis)

Φλεγμονή της χοληδόχου κύστης.

Χολοκυστογράφημα (cholecystogram)

Ένα ακτινογράφημα της χοληδόχου κύστης.

Χολοκυστογραφία (cholecystography)

Ακτινογραφία της χοληδόχου κύστης.

 

Χολοκυστοδωδεκαδακτυλοαναστόμωση (cholecystoduodenostomy)

Αναστόμωση χοληδόχου κύστης και δεωδεκαδακτύλου.

Χολοκυστοκινητικός (cholecystokinetic)

Αυτός που διεγείρει τη σύσπαση της χοληδόχου κύστης.

Χολοκυστοκινίνη (cholecystokinin)

Μια πολυπεπτιδική ορμόνη που εκκρίνεται στο λεπτό έντερο και η οποία διεγείρει τη σύσπαση της χοληδόχου κύστης και την έκκριση των παγκρεατικών ενζύμων.

Χολοκυστονηστιδοαναστόμωση (cholecystojejunostomy)

Αναστόμωση χοληδόχου κύστης και νήστιδας.

Χολοκυστοπηξία (cholecystopexy)

Χειρουργική ανάρτηση ή καθήλωση της χοληδόχου κύστης.

Χολοκυστορραφή (cholecystorrhaphy)

Συρραφή ή αποκατάσταση της χοληδόχου κύστης.

Χολοκυστοστομία (cholecystostomy)

Τομή ή διάνοιξη της χοληδόχου κύστης.

Χολολιθίαση (cholelithiasis)

Η παρουσία ή ο σχηματισμός χολολίθων.

Χολόλιθος (cholelith, gallstone)

Λίθος που σχηματίζεται στην χοληδόχο κύστη ή στον χοληφόρο πόρο.

Χολολιθοτριψία (cholelithotripsy)

Λιθοθριψία ενός χολολίθου.

Χολοπεριτόναιο (choleperitoneum)

Η παρουσία χολής στην περιτοναϊκή κοιλότητα.

Χολοπρασίνη (biliverdin)

Μια πράσινη χολοχρωστική που σχηματίζεται από τον καταβολισμό της αιμοσφαιρίνης και μετατρέπεται σε χολερυθρίνη εντός του ήπατος. Δυνατόν να προκύψει και από την οξείδωση της χολερυθρίνης.

Χολόσταση (cholestasis)

Διακοπή ή καταστολή της ροής της χολής που οφείλεται σε ενδοηπατικά ή εξωηπατικά αίτια.

Χολοστεάτωμα (cholesteatoma)

Μια κυστοειδής μάζα επενδεδυμένη από πολύστιβο πλακώδες επιθήλιο, γεμάτη αποπίπτοντα συντρίμματα, που συχνά περιλαμβάνουν τη χοληστερόλη. Εντοπίζεται στις μήνιγγες, στο κεντρικό νευρικό σύστημα και στα οστά του κρανίου, αλλά συχνότερα στο μέσο ους και στη μαστοειδή χώρα.

Χολοστεάτωση (cholesteatosis)

Λιπώδης εκφύλιση οφειλόμενη σε εστέρες της χοληστερόλης.

Χολουρία (choluria)

Η παρουσία χολής στα ούρα.

Χονδραγγείωμα (chondroangioma)

Ένα καλόηθες μεσεγχύωμα που περιέχει χονδρωματώδη και αγγειωματώδη αγγεία.

Χονδραδένωμα (chondroadenoma)

Όγκος που περιέχει αδενικά και χόνδρινα στοιχεία.

Χονδραλγία (chondralgia)

Πόνος σε έναν χόνδρο.

Χονδρασβέστωση (chondrocalcinosis)

Η παρουσία αλάτων ασβεστίου, ιδιαίτερα πυροφωσφορικού ασβεστίου, στις χόνδρινες δομές μιας ή περισσότερων αρθρώσεων. Όταν συνοδεύεται από κρίσεις συμπτωμάτων παρόμοιων με της ουρικής αρθρίτιδας, είναι γνωστή σαν ψευδο-ουρική αρθρίτιδα.

Χονδρεκτομία (chondrectomy)

Χειρουργική αφαίρεση ενός χόνδρου.

Χονδρικός (chondral)

Ο αναφερόμενος στον χόνδρο.

Χονδρίτις (chondritis)

Φλεγμονή ενός χόνδρου.

Χονδροαρθρίτις (arthrochondritis)

Φλεγμονή του χόνδρου μιας αρθρώσεως.

Χονδροβλάστη (chondroblast)

Ένα άωρο χονδροπαραγωγό κύτταρο.

Χονδροβλάστωμα (chondroblastoma)

Ένας καλοήθης όγκος που εξορμάται από νεαρές χονδροβλάστες της επίφυσης ενός οστού.

Χονδρογένεση (chondrogenesis)

Ο σχηματισμός χόνδρου.

Χονδροδερματίτις (chondrodermatitis)

Μια φλεγμονώδης εξεργασία που προσβάλει τον χόνδρο και το δέρμα. Χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την χρόνια οζώδη χονδροδερματίτιδα, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία επώδυνου οζιδίου στην έλικα του πτερυγίου του ωτός.

Χονδροδυνία (chondrodynia)

Άλγος σε έναν χόνδρο.

Χονδροδυσπλασία (chondrodysplasia)
Καλοήθης ανάπτυξη χόνδρου στην περιοχή ενώσεως διαφύσεως και επιφύσεως ενός μακρού οστού.
Χονδροδυστροφία (chondrodystrophia, chondrodystrophy)

Μια διαταραχή στη διαδικασία σχηματισμού του χόνδρου.

Χονδροΐνωμα (chondrofibroma)

Ένα ίνωμα με χόνδρινα στοιχεία.

Χονδροϊτίνη

Η χονδροϊτίνη είναι ένα μόριο που βρίσκεται φυσιολογικά στο σώμα.  Είναι κύριο συστατικό των χόνδρων – του σκληρού συνδετικού ιστού που μετριάζει τους κραδασμούς των αρθρώσεων.  Η χονδροϊτίνη βοηθά να συντηρηθούν οι χόνδροι υγιείς απορροφώντας υγρά (ιδιαίτερα νερό) μέσα στον συνδετικό ιστό.  Μπορεί επίσης να εμποδίσει ένζυμα που καταλύουν τους χόνδρους, και παρέχει το δομικό συστατικό που χρειάζεται το σώμα για να παράγει καινούργιους χόνδρους.

Χονδροϊτίνη (chondroitin)

Ένας βλεννοπολυσακχαρίτης, C18H27NO14. Ο θειϊκός εστέρας του είναι ευρύτατα διαδεδομένος στον συνδετικό ιστό, ιδιαίτερα στους χόνδρους και στον κερατοειδή.

Χονδροκύτταρο (chondrocyte)

Ένα ώριμο κύτταρο εντός των βοθρίων του στρώματος του χόνδρου.

Χονδρολίπωμα (chondrolipoma)

Καλοήθης όγκος με χόνδρινα και λιπώδη στοιχεία.

Χονδρομαλακία (chondromalacia)

Παθολογική μαλάκυνση χόνδρου.

Χονδρομεταπλασία (chondrometaplasia)

Κατάσταση χαρακτηριζόμενη από μεταπλαστική δραστηριότητα των χονδροβλαστών.

Χονδρομυξοσάρκωμα (chondromyxosarcoma)

Ένα σάρκωμα που περιέχει χονδρίτη και βλεννώδη ιστό.

Χονδρομύξωμα (chondromyxoma)

Μύξωμα με χόνδρινα στοιχεία.

Χονδρομύωμα (chondromyoma)

Ένας καλοήθης όγκος από μυωματώδη και χόνδρινα στοιχεία.

Χονδροξιφοειδής (chondroxiphoid)

Ο αναφερόμενος στην ξιφοειδή απόφυση.

Χονδροπάθεια (chondropathy)

Οποιαδήποτε πάθηση του χόνδρου.

Χονδροπλασία (chondroplasia)

Ο σχηματισμός του χόνδρου από εξειδικευμένα κύτταρα (χονδροκύτταρα).

Χονδροπλευρικός (chondrocostal)

Ο αναφερόμενος στις πλευρές και στους πλευρικούς χόνδρους.

Χόνδρος (cartilage, cartilage)

Εξειδικευμένος ινώδης συνδετικός ιστός που συναντάται στους ενηλίκους. Σχηματίζει τον προσωρινό εμβρυϊκό σκελετό, παρέχοντας ένα πρότυπο πάνω στο οποίο αναπτύσσονται τα οστά. Συνεπώς αποτελεί μέρος του όλου μηχανισμού αναπτύξεως του οργανισμού. Οι τρεις πιο σημαντικοί τύποι είναι: ο υαλοειδής, ο ελαστικός και ο ινώδης χόνδρος. Επίσης, γενικός όρος για μια μάζα χόνδρινου ιστού σε κάποιο σημείο του σώματος.

Χονδροσάρκωμα (chondrosarcoma)

Ένας κακοήθης όγκος που εξορμάται από τα χονδροκύτταρα ή τις πρόγονες μορφές τους.

Χονδροσπονδυλικός (vertebrochondal)

Ο του σπονδύλου και πλευρικού χόνδρου.

Χονδροστεοδυστροφία (chondro-osteodystrophy)

Πρόκειται για δύο βιοχημικά διακριτές, αλλά κλινικά δυσδιάκριτες μορφές βλεννοπολυσκχαριδώσεως, που χαρακτηρίζονται από βλαισογονία, τροπιοειδή θώρακα, προοδευτική επιπέδωση των σπονδυλικών σωμάτων, βραχύ τράχηλο και κορμό, προοδευτική κώφωση και ήπια νεφελώματα του κερατοειδούς.

Χονδροτομή (chondrotomy)

Χονδροτομία. Η διατομή ή η χειρουργική διαίρεση ενός χόνδρου.

Χονδροϋμενώδης (membranocartilaginous)

Ο αναπτυσσόμενος ή αποτελούμενος από υμένα και χόνδρο.

Χονδρόφυτο (chondrophyte)

Χόνδρινη ανάπτυξη στο αρθρικό άκρο ενός οστού.

Χονδρώδης (chondroid)

Αυτός που μοιάζει με χόνδρο.

Χόνδρωμα (chondroma)

Όγκος ή ογκόμορφος σχηματισμός των χονδροκυττάρων.

Χονδρωμάτωση (chondromatosis)

Ο σχηματισμός πολλαπλών χονδρωμάτων.

Χόνδρωση (chondrosis)

Ο σχηματισμός χόνδρου.

Χορδεκτομή (cordectomy)

Εκτομή μιας χορδής, όπως μια φωνητικής χορδής.

Χορδή (chorda, cord)

Οποιαδήποτε μακριά, κυλινδρική, εύκαμπτη μορφή.

Χορδίτις (chorditis)

Φλεγμονή των φωνητικών χορδών ή των σπερματικών τόνων.

Χορδοτομή (cordotomy)

1. Τομή μιας φωνητικής χορδής. 2. Χειρουργική διατομή των προσθιοπλαγίων δεματίων του νωτιαίου μυελού.

Χόρδωμα (chordoma)

Ένας κακοήθης όγκος που εξορμάται από τα εμβρυϊκά υπολείμματα της νωτιαίας χορδής.

Χορδωτά (Chordata)

Ένα φύλο του ζωϊκού βασιλείου, που περιλαμβάνει όλα τα ζώα που έχουν νωτιαία χορδή κατά τη διάρκεια κάποιου σταδίου της ανάπτυξής τους.

Χορδωτό (chordate)

1. Ζώο που ανήκει στα Χορδωτά. 2. Αυτός που έχει νωτιαία χορδή.

Χορεία (chorea)

Η ακατάπαυστη εκδήλωση ακουσίων ταχέων αντανακλαστικών κινήσεων.

Χορειοαθέτωση (choreoathetosis)

Κατάσταση χαρακτηριζόμενη από χορειακές και αθετωσικές κινήσεις.

Χορειόμορφος (choreiform)

Αυτός που μοιάζει με χορεία.

Χόριο (corium, dermis, chorion)
Ο εξώτατος από τους εμβρυϊκούς υμένες, που συγκροτείται από τροχοβλάστη επενδεδυμένη από μεσόδερμα. Αναπτύσσει λάχνες, αγγειούται από αλλαντοϊκά αγγεία και σχηματίζει το εμβρυϊκό τμήμα του πλακούντα.
Χοριοαδένωμα (chorioadenoma)

Αδένωμα του χορίου.

Χοριοαλλαντοΐς (chorioallantois)

Μια εξωεμβρυϊκή δομή που σχηματίζεται από την ένωση χορίου και αλλαντοΐδας, η οποία μέσω αγγείων του μεσοδέρματος, εξυπηρετεί την ανταλλαγή των αερίων. Στα ερπετά και στα πτηνά αποτελεί υμένα πλησίον του κελύφους. Σε πολλά θηλαστικά σχηματίζει τον πλακούντα.

Χοριοαμνιονίτις (chorioamnionitis)

Φλεγμονή των εμβρυϊκών υμενών.

Χοριοαμφιβληστροειδικός (chorioretinal)
Ο αναφερόμενος στον χοριοειδή και στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του οφθαλμού.
Χοριοαμφιβληστροειδίτις (chorioretinitis, retinochoroiditis)
Φλεγμονή του χοριοειδή και αμφιβληστροειδή χιτώνα του οφθαλμού.
Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (chorioretinopathy)

Μη φλεγμονώδης εξεργασία που αφορά τόσο τον χοριοειδή, όσο και τον αμφιβληστροειδή χιτώνα του οφθαλμού.

Χοριοειδής μήνιγγα (pia matter)

Η εσώτερη από τις τρεις μήνιγγες που επενδύουν τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό.

Χοριοειδής χιτώνας (choroid)

Ο μέσος, αγγειακός χιτώνας του οφθαλμού, μεταξύ σκληρού και αμφιβληστροειδούς.

Χοριοειδίτις (choroiditis)

Φλεγμονή του χοριοειδούς χιτώνα του οφθαλμού.

Χοριοειδοκυκλίτις (choroidocyclitis)

Φλεγμονή του χοριοειδούς χιτώνα και του ακτινωτού στεφάνου.

Χοριοεπιθηλίωμα (chorioepithelioma)

Χοριοκαρκίνωμα. Ένα κακοήθες νεόπλασμα των κυττάρων της τροφοβλάστης, που προκύπτει από ανώμαλο πολλαπλασιασμό του επιθηλίου του πλακούντα, χωρίς σχηματισμό χοριακών λαχνών.

Χοριοκαρκίνωμα (choriocarcinoma)

βλ. χοριοεπιθηλίωμα

Χοριοκήλη (choriocele)

Πρόπτωση του χορίου μέσω ανοίγματος.

Χοριοκυκλίτις (cyclochoroiditis)

Φλεγμονή του ακτινωτού σώματος και του χοριοειδούς χιτώνα του οφθαλμού.

Χοριομηνιγγίτις (choriomeningitis)

Μηνιγγοεγκεφαλίτις με λεμφοκυτταρική διήθηση των χοριοειδών πλεγμάτων.

Χόρτο (herb)

Οποιοδήποτε φυλλώδες φυτό χωρίς ξυλώδη κορμό, ιδιαίτερα εκείνο που χρησιμοποιείται σαν οικιακό φάρμακο ή αρωματικό (βότανο).

Χορτοφάγος (herbivorous, vegetarian)

Ο διατρεφόμενος με φυτά.

Χρίσμα (liniment)

Ένα φαρμακευτικό παρασκεύασμα σε ένα ελαιώδες, σαπωνώδες ή αλκοολικό έκδοχο, που προορίζεται για εντριβή επί του δέρματος ως αντιφλογιστικό ή αναλγητικό.

Χροναξία (chronaxie)

Ο ελάχιστος χρόνος για τον οποίο ένα ηλεκτρικό ρεύμα θα πρέπει να κυκλοφορήσει σε μια διαφορά δυναμικού διπλάσια του ουδού, ώστε να προκαλέσει συστολή κάποιου μυός.

Χρόνιος (chronic)

Αυτός που επιμένει επί μακρό χρόνο.

Χρονοβιολογία (chronobiology)

Η επιστημονική μελέτη των επιδράσεων του χρόνου στα ζωντανά συστήματα και στους βιολογικούς ρυθμούς.

Χρονογράφος (chronograph)

Όργανο καταγραφής μικρών χρονικών διαστημάτων.

Χρυσαλλίδα (pupa)

Το δεύτερο στάδιο ανάπτυξης ενός εντόμου, μεταξύ προνύμφης και του τελικού σταδίου.

Χρυσάνθεμο [Tanacetum Parthenium]

Το χρυσάνθεμο είναι ένα παραδοσιακό ιατρικό βότανο.  Το χρυσάνθεμο έχει χρησιμοποιηθεί για την μείωση του πυρετού και για την αντιμετώπιση πονοκεφάλων, αρθρίτιδας και πεπτικών προβλημάτων.

Χρυσίαση (chrysiasis)

Εναπόθεση χρυσού σε ζώντα ιστό.

Χρυσόμυϊα (Chrysomyia)

Γένος μυγών, οι προνύμφες των οποίων μπορεί να είναι δευτερογενείς εισβολείς σε τραύματα ή να είναι ενδοπαράσιτα του ανθρώπου.

Χρυσός (aurum, gold)

Χημικό στοιχείο, αριθμός 79, συμβολισμός Au. Οι ενώσεις του χρυσού (που είναι όλες δηλητηριώδεις) χρησιμοποιούνται στην ιατρική, κυρίως στη θεραπεία της αρθρίτιδας.

Χρώμα (color)

1. Η ιδιότητα μιας επιφάνειας ή μιας ουσίας, που οφείλεται στην απορρόφηση ορισμένων φωτεινών ακτίνων και στην αντανάκλαση άλλων εντός του εύρους μηκών κύματος (χονδρικά 370-760 mμ) που είναι ικανά να διεγείρουν τους υποδοχείς του αμφιβληστοειδούς. 2. Ακτινοβόλος ενέργεια εντός του εύρους των ικανών να διεγείρουν τον αμφιβληστροειδή χρωματικών ερεθισμάτων, δηλαδή μεταξύ του υπέρυθρου και του υπεριώδους. 3. Η αισθητηριακή εντύπωση κάποιας από τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου.

Χρωμαισθησία (chromesthisia)

Η σύνθεση φανταστικής αισθήσεως χρωμάτων με πραγματικές αισθήσεις γεύσεως, ακοής ή οσφρήσεως.

Χρωματίδη (chromatid)
Οποιοδήποτε από τα δύο παράλληλα σπειροειδή νημάτια που ενώνονται στο κεντρόμερος και συναποτελούν το χρωμόσωμα.
Χρωματικός (chromatic)

Ο αναφερόμενος στο χρώμα. Αυτός που χρωματίζεται με χρωστικές.

Χρωματίνη (chromatin)
Η ουσία των χρωμοσωμάτων. Το μέρος του πυρήνα του κυττάρου που χρωματίζεται με βασικές χρωστικές.
Χρωματογόνος (chromatogenus)

Αυτός που παράγει χρώμα ή χρωστική ουσία.

Χρωματογραφία (chromatography)

Μια μέθοδος διαχωρισμού και ταυτοποιήσεως των συστατικών ενός συμπλόκου μείγματος, με διαφορική κίνηση μέσω ενός συστήματος δύο φάσεων, στο οποίο η κίνηση πραγματοποιείται με ροή υγρού ή αερίου (κινητή φάση), το οποίο διηθείται μέσα από ένα προσροφητικό υλικό (σταθερή ή ακίνητη φάση) ή από μια δεύτερη υγρή φάση.

Χρωματόλυση (chromatolysis)

Η διάλυση του σωματίου του Nissi κάποιου νευρώνα σαν αποτέλεσμα τραυματισμού, κοπώσεως ή εξαντλήσεως.

Χρωματόμετρο (colorimeter)

Όργανο μετρήσεως χρωματικών διαφορών, ειδικότερα αυτό που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του χρώματος του αίματος, με σκοπό τον προσδιορισμό της αναλογίας της αιμοσφαιρίνης.

Χρωματόφιλος (chromatophil)

Ένα κύτταρο ή δομή που χρωματίζεται εύκολα.

Χρωματοφόρο (chromatophore)

Οποιοδήποτε χρωματοφόρο κύτταρο ή χρωματοπαραγωγό πλαστίδιο.

Χρωματοψία (chromatopsia)

Οπτική διαταραχή κατά την οποία (α) άχρωμα αντικείμενα εμφανίζονται ελαφρώς χρωματισμένα (β) τα χρώματα γίνονται ατελώς αντιληπτά.

Χρωμιδρωσία (chromhidrosis)

Η έκκριση χρωματισμένου ιδρώτα.

Χρωμικό οξύ (chromic acid)

Ένα διβασικό οξύ, H2CrO4.

Χρώμιο

Το χρώμιο είναι ένα απαραίτητο μέταλλο που συμμετέχει στον μεταβολισμό των υδατανθράκων και λιπιδίων.  Τα κύρια οφέλη του χρωμίου είναι ότι βοηθά την ινσουλίνη να ενεργεί σωστά.  Δρα με την ινσουλίνη στην διευκόλυνση της ανάληψης της γλυκόζης από τα κύτταρα.  Δίχως χρώμιο, η δράση της ινσουλίνης εμποδίζεται και αυξάνονται τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

Χρώμιο (chromium)

Χημικό στοιχείο, ατομικός αριθμός 24, συμβολισμός Cr.

Χρωμιόφιλος (chromaffin)

Αυτός που χρωματίζεται έντονα με άλατα χρωμίου, όπως ορισμένα κύτταρα των επινεφριδίων, κατά μήκος συμπαθητικών νεύρων, κλπ.

Χρωμοβακτηρίδιο (Chromobacterium)

Γένος Σχιζομυκήτων, οι οποίοι χαρακτηριστικά παράγουν μια ιώδη χρωστική.

Χρωμοβλαστομυκητίαση (chromoblastomycosis)

Μια χρόνια μυκητισιακή λοίμωξη του δέρματος που οδηγεί σε σχηματισμό μυρμηκιωδών οζιδίων ή θηλωμάτων, τα οποία είναι δυνατόν να εξελκωθούν.

Χρωμογόνο (chromogen)

Οποιαδήποτε ουσία που δίδει γένεση σε χρωστική ύλη.

Χρωμοκύτταρο (chromocyte)

Οποιοδήποτε χρωματισμένο κύτταρο ή σωματίδιο.

Χρωμολύνη (cromolyn)

Ένα φάρμακο, C23H14O11, χρησιμοποιείται υπό μορφή άλατος νατρίου στην προφυλακτική αγωγή του βρογχικού άσθματος και της αλλεργικής ρινίτιδας.

Χρωμομερίδιο (chromomere)

Οποιοδήποτε από τα κομβολογιοειδή κοκκία που απαντούν κατά σειρές κατά μήκος ενός χρωμονήματος.

Χρωμόνημα (chromonema)

Το κεντρικό νημάτιο μιας χρωματίδης, κατά μήκος του οποίου βρίσκονται τα χρωμομερίδια.

Χρωμόσωμα (chromosome)

Στα ζωικά κύτταρα, μια δομή του πυρήνα που περιέχει ένα γραμμοειδές νημάτιο DNA, το οποίο μεταβιβάζει γενετικές πληροφορίες και συνδέεται με το RNA και τις ιστόνες. Κατά τη διάρκεια της κυτταρικής διαιρέσεως, το υλικό που συνθέτει το χρωμόσωμα συσπειρώνεται συμπαγώς, καθιστώντας το ορατό με κατάλληλη χρώση και επιτρέποντας την ευχερή μετακίνησή του εντός του κυττάρου.

Χρωμόφιλος (chromophil)

Ένα κύτταρο ή ιστός που χρωματίζεται εύκολα.

Χρωμοφοβία (chromophobia)

Η ιδιότητα του ασθενούς χρωματισμού από χρωστικές.

Χρωμόφοβος (chromophobe)

Ένα κύτταρο ή ιστός που δεν χρωματίζεται εύκολα. Ο όρος χρησιμοποιείται κατεξοχήν για τα χρωμόφοβα κύτταρα της προσθίας υποφύσεως.

Χρωμοφόρος (chromophore, chromophoric)
1. Αυτός που φέρει χρώμα. 2. Ο αναφερόμενος σε χρωμοφόρο ομάδα (οποιαδήποτε χημική ομάδα, η παρουσία της οποίας δίδει ένα συγκεκριμένο χρώμα σε μία ένωση και η οποία ενώνεται με ορισμένες άλλες ομάδες για να σχηματίσει χρωστικές.
Χρώση (pigmentation, stain, staining)

Η εναπόθεση χρωστικής. Ο χρωματισμός ή αλλαγή χρώματος ενός τμήματος από μία χρωστική.

Χρωστική (dye, pigment, stain)

1. Οποιαδήποτε χρωστική ουσία του σώματος. 2. Μια χρώση ή βαφή.

Χυλαγγειεκτασία (chylectasia)

Διάταση ενός χυλοφόρου αγγείου.

Χυλαιμία (chylemia)

Η παρουσία χυλού στο αίμα.

Χυλοθώρακας (chylothorax)

Η παρουσία χυλού στην υπεζωκοτική κοιλότητα.

Χυλομεσοθωράκιο (chylomediastinum)

Η παρουσία χυλού στο μεσοθωράκιο.

Χυλομικρό (chylomicron)

Ένα σταθερό λιποσταγονίδιο που περιέχει τριγλυκερίδια, χοληστερόλη, φωσφολιπίδια και πρωτεΐνη, ανευρίσκεται στα εντερικά λεμφαγγεία (χυλοφόρα), καθώς και στο αίμα κατά και μετά τα γεύματα.

Χυλομικροναιμία (chylomicronemia)

Περίσσεια χυλομικρών στο αίμα.

Χυλοπερικάρδιο (chylopericardium)

Η παρουσία χυλού στην περικαρδιακή κοιλότητα.

Χυλοπεριτόναιο (chyloperitoneum)

Η παρουσία χυλού στην περιτοναϊκή κοιλότητα.

Χυλοπνευμοθώρακας (chylopneumothorax)

Η παρουσία χυλού και αέρα στην υπεζωκοτική κοιλότητα.

Χυλοποιητικός (chylifacient, chyliferous)

Αυτός που σχηματίζει χυλό.

Χυλός (chyle)

Το γαλακτώδες υγρό που παραλαμβάνεται από τα χυλοφόρα, προέρχεται από τις τροφές του εντέρου και αποτελείται από λέμφο και λιπίδια (χυλομικρά) υπό μορφή σταθερού γαλακτώματος. Καταλήγει στη φλεβική κυκλοφορία μέσω του θωρακικού πόρου, όπου αναμιγνύεται με το αίμα.

Χυλουρία (chyluria)

Η παρουσία χυλού στα ούρα, στα οποία προσδίδει γαλακτώδη όψη, λόγω κωλύματος μεταξύ των εντερικών λεμφαγγείων και του θωρακικού πόρου, που προκαλεί ρήξη των λεμφαγγείων του νεφρού προς τα νεφρικά σωληνάρια.

Χυλοφόρος (chyliferous, chylophoric)

Αυτός που μεταφέρει χυλό.

Χυλώδης (chylous)

Ο αναφερόμενος σε ή ο αναμεμειγμένος με χυλό ή ο χυλώδους φύσεως.

Χυμοθρυψιγόνο (chymotrypsinogen)

Η αδρανής πρόδρομη μορφή της χυμοθρυψίνης, η μορφή υπό την οποία η τελευταία εκκρίνεται από το πάγκρεας.

Χυμοθρυψίνη

Η χυμοθρυψίνη είναι ένα πεπτικό ένζυμο που διασπά πρωτεΐνες.  Η χυμοθρυψίνη συντίθεται στο πάγκρεας στην ανενεργό της μορφή, το χυμοθρυψογόνο.  Η χυμοθρυψίνη διασπά πεπτίδια των καρβοξυλικών ομάδων της τυροσίνης, τρυπτοφάνης, και φαινυλαλανίνης. 

Χυμοθρυψίνη (chymotrypsin)

Μια ενδοπεπτιδάση με δράση παρόμοια προς εκείνη της θρυψίνης, που παράγεται στο έντερο με ενεργοποίηση του χυμοθρυψινογόνου απ’ την θρυψίνη. Μια παράγωγη κρυσταλλική μορφή από εκχύλισμα βοειου παγκρέατος, χρησιμοποιείται στην κλινική πράξη για την ενζυμική διάλυση της ακτινωτής ζώνης του οφθαλμού και για καθαρισμό και νεαροποίηση τραυμάτων.

Χυμοπαπαΐνη (chymopapain)

Ένα πρωτεολυτικό ένζυμο από το τροπικό δέντρο Carica papaya, που χρησιμοποιείται για τη χημική διάλυση του πηκτοειδούς πυρήνα επί κήλης μεσοσπονδυλίου δίσκου.

Χυμοποίηση (chymification)

Η μετατροπή της τροφής σε χυμό. Η γαστρική φάση της πέψεως.

Χυμός (chyme, humor, juice)

1. Το ημίρρευστο, κρεμώδες υλικό που παράγεται από την πέψη της τροφής.  2. Οποιοδήποτε υγρό ή ημίρρευστο συστατικό του σώματος.

Χωλός (lame)

Ανίκανος για φυσιολογική κίνηση. Απόκλιση από το φυσιολογικό βάδισμα.

Χωνευτικό

Μία ουσία που διεγείρει τις πεπτικές εκκρίσεις.

Χώρα (area, region)

Μια επίπεδη περιοχή με, κατά το μάλλον ή ήττον, συγκεκριμένα όρια.

Χωρητικότητα (capacity)
Η δυνατότητα συγκρατήσεως, διατηρήσεως ή απορροφήσεως. Συνήθως εκφράζεται αριθμητικά ως το μέτρο της ικανότητας αυτής.
Χωρίστωμα (choristoma)

Μάζα φυσιολογικού ιστολογικώς ιστού σε ανώμαλη όμως θέση.

Χώρος (space)

1. Μια αφορισμένη περιοχή. 2. Μια πραγματική ή δυνητική κοιλότητα του σώματος.

Ψ

Ψευδάργυρος

Ο ψευδάργυρος υπάρχει σε όλα τα κύτταρα του σώματος και υπάρχει σε περισσότερα από 200 ένζυμα.  Ο ψευδάργυρος λειτουργεί σε περισσότερες ενζυματικές αντιδράσεις από οποιοδήποτε άλλο μέταλλο.  Είναι απαραίτητο για την σωστή λειτουργία πολλών σωματικών ορμονών, συμπεριλαμβανομένων των θυμικών ορμονών, της ινσουλίνης, της αυξητικής ορμόνης, και των σεξουαλικών ορμονών.

Ω

Ωάριο (φυτού)

Το σώμα το οποίο γίνεται σπόρος έπειτα από γονιμοποίηση.

Ωμέγα-3 Λιπαρά Οξέα

Τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα είναι πολυακόρεστα απαραίτητα λιπαρά οξέα που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις εγκεφαλικές λειτουργίες καθώς και στην φυσιολογική ανάπτυξη και εξέλιξη.  Τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα υπάρχουν στα ψάρια, σε άλλους θαλάσσιους οργανισμούς όπως τα άλγη, και κάποια φυτά και έλαια καρπών.

Ωμέγα-6 Λιπαρά Οξέα

Τα ωμέγα-6 λιπαρά οξέα είναι πολυακόρεστα απαραίτητα λιπαρά οξέα.  Οι βιολογικές επιδράσεις των ωμέγα-6 λιπαρά οξέα εξαρτώνται από τις αλληλοεπιδράσεις με τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα.

Ωμέγα-9 Λιπαρά Οξέα

Τα ωμέγα-9 λιπαρά οξέα δεν θεωρούνται απαραίτητα διότι μπορούν να δημιουργηθούν από το ανθρώπινο σώμα.  Το πρωταρχικό ωμέγα-9 λιπαρά οξύ είναι το ολεϊκό οξύ που είναι το κύριο συστατικό του ελαιόλαδου και άλλων μονοακόρεστων λιπών.

Ωοθήκη (φυτού)

Ο κλειστός  χώρος στη βάση του ύπερου που περιέχει ένα ή περισσότερα ωάρια.